Τρίτη 1 Σεπτεμβρίου 2020

Η έννοια της διφυΐας: Από τον Ferguson στον Fishman στον Fasold

 

Μετάφραση στὰ Ἑλληνικὰ τοῦ The concept of diglossia: From Ferguson to Fishman to Fasold.” I.Philippaki-Warburton, K.Nicolaidis & M.Sifianou. (eds.) Themes in Greek Linguistics. John Benjamins Publishing Company. 1994.  


Η έννοια της διφυΐας: 

Από τον Ferguson στον Fishman στον Fasold

 

ΠΕΡΙΚΛΗΣ Α. ΝΤΑΛΤΑΣ

 

Παιδαγωγικό Ινστιτούτο  &  Ιόνιο Πανεπιστήμιο

 

 

 

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Η έννοια της διφυΐας έχει υποστεί επανειλημμένες αναθεωρήσεις σε σχέση προς την αρχική σύλληψη του  1959, την οποία οφείλουμε στην οξυδέρκεια του Ferguson.  Στο άρθρο που ακολουθεί, επιχειρείται να καταδειχθεί ότι οι ανταγωνιστικές μορφοποιήσεις της έννοιας αυτής τις οποίες προτείνουν ο Fishman και, πιο πρόσφατα, ο Fasold δεν αποτελούν απλώς εκλεπτυσμένες εκδοχές της αρχικής έννοιας αλλά ουσιαστικά συνιστούν σχεδόν τελείως διαφορετικούς όρους.  Επί πλέον, η αρχική έννοια φαίνεται ότι διατηρεί αλώβητη τη χρησιμότητά της, υπό τον όρο ότι εντάσσεται στο μακροσκοπικό, και όχι στο μικροσκοπικό, επίπεδο ανάλυσης.

 

1.  Η φεργκυσονική έννοια της διφυΐας

Στο γόνιμο σε επιδράσεις άρθρο του τού 1959, ο Ferguson κατέστησε ορατό στους γλωσσολόγους ένα είδος κοινωνιογλωσσικού σχήματος το οποίο ήδη λειτουργούσε στην επιφάνεια της συνείδησης των απλών μελών των διφυϊκών κοινωνιών.  Ας θυμηθούμε στο σημείο αυτό τις σημαντικές συλλήψεις του Ferguson, οι οποίες εμπεριέχονται στον πασίγνωστο ορισμό του της διφυΐας (1972:244-5):

"Η διφυΐα είναι μία σχετικά σταθερή γλωσσική κατάσταση η οποία, εκτός από τις πρωτεύουσες διαλέκτους της γλώσσας (στις οποίες μπορεί να συγκαταλέγονται μια πρότυπη ή διάφορες περιφερειακές πρότυπες), περιλαμβάνει μια έντονα αποκλίνουσα και κωδικοποιημένη σε υψηλό βαθμό (συχνά δε και γραμματικά συνθετότερη) υπερκείμενη ποικιλία, η οποία αποτελεί όχημα μιας μεγάλης σε όγκο γραπτής λογοτεχνίας που χαίρει μεγάλης εκτίμησης και προέρχεται είτε από περασμένη εποχή είτε από άλλη ομιλιακή κοινότητα, και που μαθαίνεται κυρίως στο πλαίσιο της επίσημης εκπαίδευσης,  χρησιμοποιείται δε για τους περισσότερους γραπτούς και επίσημους προφορικούς σκοπούς, αλλά δεν χρησιμοποιείται σε κανένα τμήμα της κοινότητας για απλή συνομιλία." 

Η θεμελιώδης σύλληψη που εμπεριέχεται στον ορισμό του Ferguson είναι ότι η διφυΐα πρέπει να διακρίνεται τόσο από τον μικρόκοσμο της υφικής ποικιλότητας, η οποία ενυπάρχει στη συνήθη συνομιλία, όσο και από την μεγάλης κλίμακας αντίθεση ανάμεσα σε μία πρότυπη ποικιλία και στις σχετικές προς αυτή περιφερειακές (καθώς και κοινωνικές, θα μπορούσαμε να προσθέσουμε εμείς) ποικιλίες.  Το κριτήριο για την ανωτέρω διάκριση είναι διττό.  Αφενός, από τις δύο ποικιλίες, η (Α)νώτερη, αντίθετα από την Κατώτερη (Κ), δεν αποτελεί μητρική γλώσσα κανενός:  τη μαθαίνει κανείς αργότερα στη ζωή του και κυρίως στο πλαίσιο της επίσημης εκπαίδευσης, πράγμα το οποίο σημαίνει ότι αφορά κυρίως τον γραπτό λόγο, και δεν χρησιμοποιείται για απλές συνομιλίες.  Αφετέρου, η διφυϊκή αντίθεση είναι εξαιρετικά ορατή, αφού αφορά ολόκληρες ποικιλίες, και μάλιστα έντονα αποκλίνουσες μεταξύ τους, σε αντίθεση προς τις αντιθέσεις που απαντούν στη διάσταση του ύφους, οι οποίες τείνουν να είναι μικρής κλίμακας, να αφορούν μικρό αριθμό γλωσσικών στοιχείων κάθε φορά και, στις ανεπίσημες περιστάσεις, να πραγματώνονται μέσα στην ανωνυμία (οι υφικές ποικιλίες, αντίθετα από τις διφυϊκές, δεν έχουν ονόματα) της υποσυνείδητης χρήσης.  Επιπλέον, στον ανωτέρω ορισμό υπολανθάνει η διάκριση ανάμεσα στη διφυΐα, που απαντά στους κόλπους μιας και της αυτής γλώσσας, και στη δι-/πολυ-γλωσσία, η οποία αφορά πολύ περισσότερο αποκλίνοντα μεταξύ τους γλωσσικά συστήματα από ό,τι η διφυΐα.

Η φεργκυσονική έννοια της διφυΐας υπήρξε αντικείμενο ενδελεχούς και εις βάθος εξέτασης, καθώς και εκτεταμένων τροποποιήσεων εκ μέρους της γλωσσολογικής κοινότητας από τις εξής δύο απόψεις.  Πρώτον, από την άποψη του επιπέδου γενικότητας στο οποίο διεξάγει ο Ferguson την ανάλυσή·  και δεύτερον, ως προς την έκταση που καταλαμβάνει η διφυΐα στο συνεχές το οποίο εκτείνεται ανάμεσα - και σε σχέση προς - τα δύο άκρα, αφενός της υφικής ποικιλότητας και, αφετέρου, του δι-/πολυ-διαλεκτισμού ή ακόμη και της δι-/πολυ-γλωσσίας.  Ας εξετάσουμε λεπτομερέστερα το επίπεδο της γενικότητας πρώτα.

Σε μία ομάδα μελετών (π.χ. Daltas 1973· El-Hassan 1977· Kazazis 1976· Mitchell 1978), η έννοια της διφυΐας έτσι όπως τη σκιαγραφεί ο Ferguson, ελέγχεται ως ανεπαρκής:  η ανάλυση πραγματικής γλωσσικής παραγωγής δεν δικαιώνει πάντοτε τη νοικοκυρεμένη λειτουργική κατανομή και τυπική (μορφική) διαφοροποίηση την οποία μας επιτρέπει να αναμένουμε ο Ferguson.

Είναι σημαντικό να ξεκαθαρίσουμε ευθύς εξ αρχής ότι μέγα ποσοστό της σύγχυσης που περιβάλλει τη διφυϊκή έννοια διαλύεται εάν αναγνωρίσουμε ότι η πραγμάτευση της διφυΐας εκ μέρους του Ferguson διεξάγεται στο μακροεπίπεδο, και όχι στο μικροεπίπεδο, της κοινωνιογλωσσολογικής ανάλυσης×  ότι αφορά εκείνη την πλευρά της διφυΐας που δεν βρίσκεται απλώς στην επιφάνεια της συνείδησης του κάθε χρήστη της γλώσσας αλλά και σε πλήρη κοινωνική θέα, κατά τρόπο ώστε να είναι οι πάντες ενήμεροι της παρουσίας της υπό την ιδιότητά τους του μέλους της κοινότητας μάλλον παρά ως άτομα×  και ότι δεν αφορά τον τρόπο με τον οποίο οι πραγματικοί άνθρωποι κάνουν χρήση της διφυϊκής αντίθεσης σε συνθήκες πραγματικής γλωσσικής παραγωγής.  Με άλλα λόγια, το φεργκυσονικό θεωρητικό παράδειγμα διαφωτίζει, αντί να αποπροσανατολίζει, εάν δεχτούμε ότι αφορά τη δημόσια πλευρά της διφυΐας και όχι την ιδιωτική, το "νομικό καθεστώς" και όχι τον τρόπο με τον οποίο ανταποκρίνονται σε αυτό οι άνθρωποι στην καθημερινή ζωή - αν και το πρώτο επηρεάζει τον δεύτερο κατά σύνθετους, δυναμικούς τρόπους (Daltas 1979,1980).

Εν τούτοις, ο Ferguson δεν κάνει την ανωτέρω διάκριση και παρουσιάζει την έννοιά του σαν να μπορούσε να καλύψει αυτή εξίσου επαρκώς γλωσσικά γεγονότα τόσο στο μακροσκοπικό όσο και στο μικροσκοπικό επίπεδο ανάλυσης.  Αλλά ούτε και οι προαναφερόμενοι αμφισβητίες της εγκυρότητας της έννοιας της διφυΐας αναγνωρίζουν την ανωτέρω διάκριση.  Για παράδειγμα, ο El-Hassan (1977:117) επισημαίνει μεν, σχετικά με την αραβική, τον "επισφαλή χαρακτήρα της διχοτομίας Α/Κ", αλλά παρ' όλα αυτά σε διάφορα σημεία του άρθρου αναγνωρίζει, με μεγαλύτερη ή μικρότερη βεβαιότητα, ότι διάφορα γλωσσικά στοιχεία ανήκουν στην καθομιλούμενη ή στην κλασική αραβική.  Παρόμοιες ανακολουθίες μπορούν να επισημανθούν στο Daltas (1973).  Ωστόσο, κύριο μέλημα του El-Hassan είναι να τονίσει ότι ο Ferguson (1959) δεν αναγνωρίζει την ύπαρξη της λόγιας ομιλούμενης αραβικής (ΛΟΑ) ως ανεξάρτητης βαθμίδας ανάμεσα στην καθομιλούμενη και την κλασική αραβική.  Αν και συχνά οι γενικεύσεις του Ferguson χαρακτηρίζονται από ασάφεια (πράγμα που, όπως ομολογεί ο ίδιος στο άρθρο του, οφείλεται στον προκαταρκτικό χαρακτήρα των επισημάνσεών του), γεγονός είναι ότι στον ορισμό του της διφυΐας αναγνωρίζει, όπως είδαμε ανωτέρω, τη δυνατότητα να υπάρχει μια (περιφερειακή) πρότυπη ποικιλία δίπλα στην Α και την Κ.  Επομένως, η ΛΟΑ  οικονομείται καλώς στο πλαίσιο του κατά Ferguson διφυϊκού παραδείγματος.

Άλλες μελέτες, για παράδειγμα Daltas (1979, 1980), αποτελούν προσπάθειες να ανιχνευθεί η διφυϊκή αντίθεση κατά την πραγμάτωσή της σε συνθήκες γλωσσικής τέλεσης.  Σε αυτές τις μελέτες, δεν αμφισβητείται η βασική εγκυρότητα της διφυϊκής έννοιας ως κοινωνικά εμφανούς φαινομένου.  Διατυπώνεται όμως η πρόταση ότι η Α και η Κ, τουλάχιστον στην περίπτωση της νεοελληνικής γλώσσας, θα ήταν χρήσιμο να αντιμετωπίζονται ως μακροσκοπικές εξιδανικεύσεις, οι οποίες εδράζονται στις επικράτειες, αντίστοιχα, της γραφής και των καθημερινών συζητήσεων και χαρακτηρίζονται από σαφώς καθορισμένη κοινωνική κατανομή×  εν τούτοις, στο μικροσκοπικό επίπεδο θα πρέπει να αντιμετωπίζονται ως αντίθετοι πόλοι κοινωνιογλωσσικής επιρροής που συσχετίζονται με αντιτιθέμενα επικοινωνιακά περιβάλλοντα και γλωσσικά στοιχεία σε ένα δυναμικό πεδίο συνεχούς μεταβολής.

Οι δύο προαναφερόμενες ομάδες μελετών έχουν να επιδείξουν και πρακτικότερη συνεισφορά στον επιστημονικό διάλογο για τη διφυΐα:  επισημαίνουν ορισμένες προφανείς ανακρίβειες που περιλαμβάνονται στον Ferguson (1959) και που αφορούν τη λειτουργική κατανομή της Καθαρεύουσας (Κθ) και της (Δ)ημοτικής, αντίστοιχα, της Α και της Κ ποικιλίας της ελληνικής.  Για παράδειγμα, ο Ferguson (1959) συντηρεί μια πολύ προγενέστερη κατάσταση πραγμάτων όταν ισχυρίζεται ότι η προσωπική επιστολογραφία διεξάγεται στην Κθ.  Το 1959, και κατά μείζονα λόγο όταν ασχολήθηκε με το θέμα ο Daltas (1973), η Δ είχε αντικαταστήσει σχεδόν ολοκληρωτικά την Κθ στην ανωτέρω επικράτεια, εκτός ίσως από ορισμένες τυποποιημένες Κθ εκφράσεις έναρξης και περάτωσης μιας επιστολής  οι οποίες διατηρήθηκαν, διανθισμένες σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό με στοιχεία της Δ, στις επιστολογραφικές συνήθειες ορισμένων μελών της τρίτης κυρίως ηλικίας, ιδιαίτερα εκείνων με δευτεροβάθμια το πολύ παιδεία.  Βεβαίως, στο επίπεδο του ύφους, στοιχεία της Κθ συνεχίζουν και σήμερα να χρησιμοποιούνται αρκετά εκτενώς στην επιστολογραφία.  Παρόμοιες διαπιστώσεις μπορεί να κάνει κανείς και για άλλες επικράτειες της Κθ, οι οποίες όμως προσηλυτίστηκαν στην Δ περισσότερο πρόσφατα.

Πολύ ριζοσπαστικότερες είναι οι προτάσεις οι σχετικές με το εύρος της ενδιάμεσης περιοχής που καταλαμβάνει η διφυΐα στο φάσμα τα άκρα του οποίου ορίζουν αφενός η υφική ποικιλότητα και αφετέρου η αντίθεση ανάμεσα σε ποικιλίες, δηλαδή σε διαλέκτους ή και σε γλώσσες.  Η θέση του Ferguson, όπως προαναφέραμε, είναι όχι απλώς σαφής αλλά και θεμελιώδης για την έννοια της διφυΐας:  η διφυΐα καλύπτει τη μέση περιοχή ανάμεσα, αφενός στην υφική ποικιλότητα και τις θεματικές ποικιλίες, αφετέρου στην αντίθεση μεταξύ γλωσσικών ποικιλιών, και επομένως δεν πρέπει να ταυτίζεται με καμία από τις δύο×  αλλά ούτε και με ολόκληρο το φάσμα πρέπει να ταυτίζεται×  επί πλέον, η διφυΐα αποτελεί μονογλωσσικό φαινόμενο, και επομένως δεν πρέπει να συγχέεται με τη διγλωσσία.

 

2.  Η φισμανική έννοια της διφυΐας του 1967

Εν τούτοις, σε ένα βαρυσήμαντο άρθρο του τού 19671, ο Fishman εισηγείται τον μετριασμό της αυστηρότητας των φεργκυσονικών κριτηρίων διφυϊκότητας.  Η διφυΐα τώρα εξισώνεται με ολόκληρο το φάσμα από την υφική ποικιλότητα έως την πολυγλωσσία - αλλά με μια σημαντική προϋπόθεση:  οι γλωσσικές διακρίσεις, οσοδήποτε λεπτές ή μεγάλης κλίμακας και αν είναι, πρέπει να διαφοροποιούνται λειτουργικά στους κόλπους της ομιλιακής κοινότητας.  Θα επανέλθουμε σε λίγο στο κριτήριο της λειτουργικής διαφοροποίησης.  Προς το παρόν, ας εξετάσουμε τη εννοιολογική βάση της πρότασης του Fishman.

Θα πρέπει να σημειωθεί ότι η επέκταση της διφυϊκής έννοιας για να καλύψει τα πάντα, από την υφική ποικιλότητα έως την εναλλαγή διαλέκτων ή και γλωσσών, έχει ως αφετηρία την επόμενη, θεμελιωδέστερη πρόταση η οποία περιέχεται στο φισμανικό θεωρητικό υπόδειγμα:  η διφυΐα πρέπει να διακρίνεται σαφώς από τη διγλωσσία.  Μόνο που, στην περίπτωση αυτή, η διγλωσσία θεωρείται αμιγώς ψυχολογικό φαινόμενο:  αφορά την ικανότητα ενός ατόμου να χρησιμοποιεί περισσότερες από μία γλωσσικές ποικιλίες.  Αντίθετα, η διφυΐα θεωρείται κοινωνική έννοια, και αναφέρεται στη λειτουργική κατανομή ενός αριθμού γλωσσικών ποικιλιών σε μια κοινότητα προκειμένου να εξυπηρετηθούν διαφορετικές επικοινωνιακές ανάγκες.  Η αναδιάρθρωση του περιεχομένου των δύο εννοιών που πραγματοποιεί ο Fishman είναι σημαντική:  συνήθως, και οι δύο έννοιες διαθέτουν τόσο κοινωνική όσο και ψυχολογική πλευρά, και διαφέρουν μόνο κατά το ότι η διφυΐα αφορά την αντίθεση ποικιλιών της αυτής γλώσσας, από τις οποίες η μία εδράζεται στον γραπτό λόγο και η άλλη στον προφορικό, ενώ η δι-/πολυ-γλωσσία αναφέρεται στην εναλλαγή δύο ή περισσότερων γλωσσών οιουδήποτε συγκριτικού κοινωνικού κύρους.  Στο Σχήμα 1, η διφυϊκή έννοια του Ferguson  περιλαμβάνεται στο εξής φάσμα:

 

ΚΩΔΙΚΗ ΕΝΑΛΛΑΓΗ

Κοινωνική πλευρά          Ψυχολογική πλευρά

Δι-/πολυ-γλωσσία

Δι-/πολυ-διαλεκτισμός

Διφυΐα

Θεματικές ποικιλίες

Ύφος

 Σχήμα 1:  Το κατά Ferguson (1959) φάσμα της κωδικής εναλλαγής

 

Αντίθετα, ο Fishman εξισώνει τη διφυΐα με το σύνολο της κοινωνικής πλευράς του φάσματος:

ΚΩΔΙΚΗ ΕΝΑΛΛΑΓΗ 

Κοινωνική πλευρά                                        Ψυχολογική πλευρά 

Διφυΐα                                                              Διγλωσσία 

(στην οποία περιλαμβάνονται:

Δι-/πολυ-γλωσσία

Δι-/πολυ-διαλεκτισμός

Κλασική διφυΐα

Θεματικές ποικιλίες

Ύφος)

    Σχήμα 2:  Το κατά Fishman (1972) φάσμα της κωδικής εναλλαγής 

Είναι προφανές ότι η φισμανική διφυΐα δεν αποτελεί απλώς επέκταση και εκλέπτυνση της αρχικής έννοιας, όπως ισχυρίζεται (1972:92), αλλά συνιστά σχεδόν τελείως διαφορετικό όρο.

Για τη διαμόρφωση της έννοιάς του, ο Fishman άντλησε από τον πλούτο της έως τότε έρευνας επί πραγματικών κοινωνιογλωσσικών περιστάσεων, και ενέπνευσε ακόμη περισσότερες, εξ ίσου πολύτιμες, μεταγενέστερες έρευνες.  Το κύριο όφελος από αυτού του είδους την εργασία ήταν ότι κατεδείχθη η κεντρική θέση που κατέχει η ποικιλότητα στο συνολικό γλωσσικό φαινόμενο, γεγονός που κάθε άλλο παρά προφανές ήταν στην επικράτεια της κυρίαρχης γλωσσολογίας μέχρι πριν από τριάντα χρόνια×  ή, αν ήταν προφανές, δεν του επιτρεπόταν να αναστατώνει τη νοικοκυρεμένη εμφάνιση της πλειονότητας των γλωσσολογικών προτάσεων της εποχής.  Ένα περισσότερο συγκεκριμένο όφελος από το φισμανικό είδος της έρευνας ήταν η τεκμηρίωση του γεγονότος ότι ομιλιακές κοινότητες σε όλο τον κόσμο λειτουργούν κοινωνιογλωσσικά επί ενός άξονα μεταβλητότητας που εκτείνεται από την ιδιωτική έως τη δημόσια σφαίρα.  Είναι επομένως κατανοητή, αν ληφθεί υπ' όψιν η χρονική στιγμή που διαμορφώθηκε, η πρόταση του φισμανικού θεωρητικού παραδείγματος ότι η υφική μεταβολή, η θεματική ποικιλότητα, η διφυΐα, ο δι-/πολυ-διαλεκτισμός, και η δι-/πολυ-γλωσσία αποτελούν αποχρώσεις σε ένα φάσμα μέσων, που είναι δυνατό (αλλά, σύμφωνα με τον ίδιο τον Fishman, όχι απαραίτητο:  βλ. κατωτέρω) να υπηρετούν τον ίδιο σκοπό:  τη λειτουργική διαφοροποίηση της ιδιωτικής από τη δημόσια επικράτεια.

Αλλά όσο δικαιολογημένη και αν ήταν στον καιρό της η ανωτέρω πρόταση του Fishman, για εμάς σήμερα (αναμφισβήτητα, επειδή μπορούμε να κρίνουμε εκ των υστέρων) είναι απλώς αυτονόητη, και επί πλέον φορτωμένη με αδικαιολόγητα υψηλό κόστος:  κοινωνιογλωσσικές καταστάσεις που έχουμε κάθε λόγο να τις θεωρούμε διακεκριμένες μεταξύ τους στοιβάζονται όλες μαζί μόνο και μόνο επειδή έχουν και ένα κοινό χαρακτηριστικό.

Φαίνεται επομένως ότι το φισμανικό υπόδειγμα αφέθηκε να υπερβεί τα εσκαμμένα, αφού σε αυτό τονίζεται ό,τι έχει η διφυΐα από κοινού με άλλα φαινόμενα που διατάσσονται στο ίδιο φάσμα, από την ποικιλότητα μικρής κλίμακας, δηλαδή την υφική, έως την μεγάλης κλίμακας εναλλαγή γλωσσών - μάλιστα προχώρησε τόσο πολύ ώστε προκάλεσε επαναβύθιση της διφυΐας στην αδιαφοροποίητη κοινωνιογλωσσική μάζα από την οποία είχε αναδυθεί μόλις πριν από οκτώ χρόνια χάρις στον Ferguson:  ας θυμηθούμε ότι η φισμανική διφυΐα εξισώνεται με το σύνολο του φάσματος της λειτουργικής μεταβλητότητας - στο οποίο βεβαίως περιλαμβάνεται η πολύ ειδικότερη φεργκυσονική έννοια.  Δεν είναι επομένως απορίας άξιο το γεγονός ότι η νέα διφυΐα, με το να "ποζάρει" δίπλα στην, ή και αντί για την, παλαιότερη αντίζηλό της, προκαλεί όλα αυτά τα χρόνια πολύ μεγαλύτερη σύγχυση από την τελευταία2.  Ας αναλύσουμε περαιτέρω τον ισχυρισμό αυτό.

Και πρώτα-πρώτα, στο πλαίσιο του φισμανικού παραδείγματος η αρχική (δυαδική: Α/Κ) έννοια της διφυΐας επεκτείνεται έως το πολυγλωσσικό άκρο του φάσματος ύφους-γλώσσας×  εν τούτοις, δεν δηλώνεται ότι αυτό ακριβώς συμβαίνει, αλλά η νέα έννοια αποδίδεται στην αρχική φεργκυσονική σύλληψη:

 

"Μέσα στα λίγα χρόνια που πέρασαν από τότε που τον εισηγήθηκε ο Ferguson, ο όρος διφυΐα δεν έχει γίνει απλώς ευρύτατα αποδεκτός τόσο από κοινωνιογλωσσολόγους όσο και από κοινωνιολόγους της γλώσσας, άλλα έχει υποστεί περαιτέρω επέκταση και εκλέπτυνση.  Αρχικά, χρησιμοποιήθηκε σε αναφορά προς μια κοινωνία η οποία αναγνωρίζει δύο ή περισσότερες γλώσσες ή ποικιλίες για ενδοκοινωνική επικοινωνία."  (Έμφαση στο πρωτότυπο, Fishman 1972:91-2) 

Επίσης, ο Fishman (1972:92) ισχυρίζεται ότι, προκειμένου να επεκτείνει την έννοια της διφυΐας προς την αντίθετη κατεύθυνση, δηλαδή προς το υφικό άκρο του συνεχούς της λειτουργικής ποικιλότητας, αντλεί από τον Gumperz.  Εντούτοις, στις μελέτες του Gumperz τις οποίες αναφέρει ο Fishman (1972), όποτε γίνεται αναφορά στον Ferguson (1959), το περιεχόμενο της αρχικής φεργκυσονικής σύλληψης διατηρείται ανέπαφο και απλώς συσχετίζεται προς συγκρίσιμα φαινόμενα που διατάσσονται στο φάσμα της ποικιλότητας3.  Το σημαντικότερο όμως είναι ότι, εξισώνοντας τη διφυΐα με την υφική ποικιλότητα, το φισμανικό παράδειγμα επισκοτίζει την τυπολογική διαφορά ανάμεσα στις διφυϊκές κοινότητες, οι οποίες επίσης παρουσιάζουν υφική διαφοροποίηση εκτός από τη διφυϊκή αντίθεσή τους, και σε όλους τους άλλους τύπους κοινωνίας, η υφική διαφοροποίηση των οποίων δεν παρουσιάζει ουδεμία ομοιότητα προς τη φεργκυσονική διφυΐα (R.A.Hudson 1980:55·  A.Hudson 1992:618).

Το επόμενο ερώτημα που θα μας απασχολήσει είναι εάν, συνολικά, μπορούμε να θεωρήσουμε ότι, σε σχέση με την φεργκυσονική αντίζηλό της, η φισμανική διφυΐα συνιστά πρόοδο για την κοινωνιογλωσσολογική θεωρία.

Όπως είπαμε ανωτέρω, ο Fishman διακρίνει ανάμεσα στη διφυΐα, φαινόμενο καθαρά κοινωνικό, και τη διγλωσσία, η οποία είναι καθαρά ψυχολογική.  Μια δεδομένη κοινωνία μπορεί να ανήκει σε μία από τις τέσσερις κατηγορίες τις οποίες ορίζει η παρουσία ή η απουσία σε αυτές των δύο φαινομένων:  μπορεί κανείς να βρει διφυϊκές κοινωνίες με ή χωρίς διγλωσσία, και μη διφυϊκές κοινωνίες με ή χωρίς διγλωσσία. 

Δ ι φ υ ΐ α 

                        +                                              -

Δ

ι                 1. Διφυΐα και                                       3.  Διγλωσσία

γ      +            διγλωσσία                                            χωρίς διφυΐα

ω                   [+Δφ,+Δγ]                                            [+Δγ,-Δφ]

λ

σ

σ                2. Διφυΐα χωρίς                                   4. Ούτε διγλωσσία 

ί       -             διγλωσσία                                           ούτε διφυΐα

α                    [+Δφ,-Δγ]                                            [-Δγ,-Δφ] 

Σχήμα 3:  Τέσσερις κατηγορίες κοινωνιών που ορίζονται ως προς την παρουσία ή απουσία στους κόλπους τους της διφυΐας και της διγλωσσίας (βάσει του Fishman 1972:93) 

Οι τέσσερις κατηγορίες κοινωνιών που αναγνωρίζονται στο Σχήμα 3 δεν είναι εξ ίσου αναμενόμενο να απαντούν στον πραγματικό κόσμο, και αυτό ισχύει για μερικές πολύ περισσότερο από ό,τι για άλλες.

Και πρώτα-πρώτα, μια κοινωνία με διφυΐα και διγλωσσία, [+Δφ,+Δγ], δεν έχει μεγάλη πιθανότητα να είναι τίποτε άλλο από σπάνιο φαινόμενο ή εξιδανίκευση, και το ίδιο ισχύει για μια κοινωνία που χαρακτηρίζεται από διφυΐα χωρίς διγλωσσία, [+Δφ,-Δγ].  Μάλιστα, στην πραγματική ζωή, δεν είναι καν δυνατό να σύρουμε μια σαφή διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στους δύο τύπους κοινωνιών, και ο μόνος ωφέλιμος τρόπος θεώρησής τους είναι ως αντίθετων άκρων ενός συνεχούς, το οποίο όχι απλώς δεν είναι στατικό, αλλά και βρίσκεται σε συνεχή ανάπτυξη - αν και ενίοτε η ανάπτυξη είναι δυνατό να επιβραδύνεται, οπότε πλησιάζει τη στατική εξιδανίκευση που απεικονίζεται στην παράσταση του Fishman, ενώ σε άλλες περιπτώσεις επιταχύνεται, κάτω από τις κατάλληλες συνθήκες.

Ας εξετάσουμε λεπτομερέστερα τα δύο προαναφερόμενα τεταρτημόρια.  Και πρώτα το τεταρτημόριο [+Δφ, -Δγ].  Μια κοινωνία με διφυΐα αλλά χωρίς διγλωσσία, [+Δφ,-Δγ], θα πρέπει να διαθέτει άρχουσα κοινωνική ομάδα, η οποία μιλάει ορισμένη γλώσσα και συνυπάρχει με πολυαριθμότερη μεν αλλά στερούμενη κοινωνικής ισχύος ομάδα που μιλάει άλλη γλώσσα.  Στην καθαρότερή της μορφή, μια τέτοια κατάσταση θα προέκυπτε εάν μια χώρα υφίστατο εισβολή και περιήρχετο στην κατοχή ενός εχθρικού και αλλόγλωσσου στρατού.  Αλλά σε τέτοια περίπτωση, και αν προσπαθούσαμε να εφαρμόσουμε τα κριτήρια κατάταξης του Fishman, θα ήταν θεωρητικά αμφίβολο εάν οι δύο ομάδες θα μπορούσαν να θεωρηθούν ως συστατικές της αυτής ομιλιακής κοινότητας, και όχι ως δύο συνυπάρχουσες ομιλιακές κοινότητες χωρίς κοινή γλώσσα.

Προφανώς όμως, από την πρώτη ήδη ημέρα, θα πραγματοποιούνταν επαφές ανάμεσα στον κατακτητή και στους κατακτημένους - διαφορετικά, τί νόημα θα είχε η εισβολή!  Ακόμη προφανέστερα, αυτές οι επαφές θα σπίλωναν την καθαρότητα της κατάστασης διφυΐας χωρίς διγλωσσία, [+Δφ,-Δγ] διότι θα προκαλούσαν εξελικτικές διεργασίες προς την κατεύθυνση του άλλου άκρου του συνεχούς, δηλαδή των καταστάσεων διφυΐας με διγλωσσία, [+Δφ,+Δγ].  Πράγματι, ένας τρόπος να καθιερωθούν επαφές ανάμεσα στις δύο ομάδες, θα ήταν μέσω της χρησιμοποίησης διερμηνέων - δηλαδή μιας τρίτης ομάδας που αναγκαστικά θα ανήκε στον τύπο [+Δφ,+Δγ].  Επίσης, σε πλέον μακροπρόθεσμη βάση, μέλη των δύο ομάδων θα αναγκάζονταν να έλθουν σε άμεση επαφή μεταξύ τους, πράγμα το οποίο θα ενεθάρρυνε τους μεν να μάθουν στοιχεία της γλώσσας των δε ή και να αναπτύξουν ενδιάμεσους, μιγαδικούς τύπους επικοινωνίας, ανάλογα με την αλληλεπίδραση συγκλινουσών και αποκλινουσών δυνάμεων οι οποίες θα αναπτύσσονταν στο πλαίσιο μιας τέτοιας διπολικής κοινωνίας.  Το καθαρό αποτέλεσμα της δράσης των συγκλινουσών δυνάμεων θα είναι η περαιτέρω διολίσθηση της κατάστασης προς το άκρο [+Δφ,+Δγ] του συνεχούς.

Εάν εξετάσουμε λιγότερο ακραίες καταστάσεις, οι οποίες συνήθως εντάσσονται στο τεταρτημόριο [+Δφ,-Δγ] της φισμανικής διάταξης, θα διαπιστώσουμε ότι έχουμε μετατοπιστεί ακόμη πλησιέστερα προς την περιοχή της διφυΐας με διγλωσσία.  Ο Fasold (1984:41) αναφέρει ως παράδειγμα μιας τέτοιας κατάστασης μια περίοδο στην ιστορία της τσαρικής Ρωσσίας κατά την οποία οι ευγενείς είχαν υιοθετήσει τη μόδα να μιλάνε γαλλικά, ενώ η πλειονότητα του λαού μιλούσε ρωσσικά.  Ωστόσο, θα ήταν μάλλον απίθανο, υπό ομαλάς συνθήκας, να είναι τα μέλη της τάξης των ευγενών ανίκανα, και όχι απλώς απρόθυμα, να μιλήσουν και/ή να κατανοήσουν τα ρωσσικά×  επομένως, η κατάσταση στην πραγματικότητα συνιστούσε κοινωνική διφυΐα, με ένα μέρος της κοινότητας να χαρακτηρίζεται από ψυχολογική διγλωσσία.

Πράγματι, η ανωτέρω κατάσταση προκύπτει κάθε φορά που ένα τμήμα μιας δεδομένης κοινωνίας αναπτύσσει διπλή ταυτότητα, ή απλώς όταν τα μέλη της υποχρεώνονται να χειρίζονται νοήματα στην καθημερινή τους ζωή τα οποία βρίσκονται εγκωδικευμένα σε διαφορετική γλώσσα από τη μητρική τους.  Για παράδειγμα, πολλά πρεσβύτερα μέλη παλαιών Κερκυραϊκών οικογενειών είναι επαρκείς ομιλητές δύο ή τριών από τις κυριότερες δυτικοευρωπαϊκές γλώσσες, τις οποίες έμαθαν στην παιδική τους  ηλικία από αλλοδαπές τροφούς, ως τμήμα του δυτικοευρωπαϊκού προσανατολισμού της οικογένειάς τους και παράλληλα με την διαμόρφωση της ελληνικής τους ταυτότητας.  Επίσης, στα περισσότερο τεχνοκρατικά Τμήματα των ελληνικών πανεπιστημίων, η αγγλική χρησιμοποιείται εκτενώς, τουλάχιστον υπό μορφή συχνής ορολογικής παρεμβολής στην ελληνική.  Και ανάμεσα στους μεσοαστούς Έλληνες που σπούδασαν στο εξωτερικό υπάρχουν ορισμένοι που τείνουν να κοσμούν την ανεπίσημη ομιλία τους με στοιχεία της ξένης γλώσσας του ρεπερτορίου τους με στόχο τη συμβολική ταύτισή τους με τη χώρα των σπουδών τους.  Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, θα μας ήταν αδύνατο να κρίνουμε αν η συγκεκριμένη κοινωνία είναι διφυϊκή και διγλωσσική, [+Δφ,+Δγ], ή διφυϊκή αλλά όχι διγλωσσική,  [+Δφ,-Δγ].  Θα ήταν λοιπόν πολύ ασφαλέστερο να επιστρέψουμε στην προηγούμενη, φεργκυσονική, σύλληψη της διφυϊκής έννοιας, σύμφωνα με την οποία στις συνηθισμένες διφυϊκές κοινωνικές καταστάσεις απαντά, σε ατομικό επίπεδο, διγλωσσία σε διάφορους βαθμούς. 

Από τα ανωτέρω, καθίσταται περαιτέρω σαφές ότι στο δεύτερο τεταρτημόριο της διφυΐας με διγλωσσία, [+Δφ,+Δγ], στο οποίο θα στρέψουμε τώρα την προσοχή μας, μπορούμε να είμαστε βέβαιοι ότι θα βρούμε ένα συνεχές που σμίγει με το (τεχνητά διαχωρισμένο) γειτονικό τεταρτημόριο της διφυΐας χωρίς διγλωσσία, [+Δφ,-Δγ].  Πράγματι, ο Fishman αναφέρει την Παραγουάη ως τυπική περίπτωση διφυϊκής κοινωνίας με διγλωσσία, όπου η ισπανική βρίσκεται σε θέση ποικιλίας Α και η γκουαρανί, γηγενής αμερικανική γλώσσα, λειτουργεί ως Κ.  Εν τούτοις, είναι γνωστό (Rona 1966) ότι μόνο το κοινωνικά ανώτερο 40 τοις εκατό του πληθυσμού της Παραγουάης είναι δίγλωσσοι, ενώ οι υπόλοιποι ομιλητές περιορίζονται στην γκουαρανί.  Επίσης, στην Αϊτή, που είναι μια από τις τέσσερις κοινωνίες στις οποίες στηρίζει ο Ferguson τη διαμόρφωση της αρχικής έννοιας της διφυΐας, μόνο 12 τοις εκατό του πληθυσμού είναι δίγλωσσοι, δηλαδή είναι ομιλητές τόσο της γαλλικής όσο και της βασισμένης στη γαλλική αϊτινής κρεολής (Stewart 1963).  Αλλά και ο Abdulaziz Mkilifi (1978) αναφέρει ότι η διγλωσσία αγγλικής-σουαχίλι περιορίζεται μόνο στο 15 τοις εκατό των Τανζανών.

Ακόμη και σε μια εξόχως αντιπροσωπευτική διφυϊκή κοινότητα, όπως είναι αυτή των γερμανόφωνων ελβετικών καντονίων, όπου σχεδόν όλοι οι πολίτες από την ύστερη σχολική ηλικία και μετά είναι δίγλωσσοι στην ελβετική γερμανική και στην πρότυπη γερμανική, δεν θα πρέπει να λησμονούμε ότι η πρότυπη γερμανική κατακτάται κυρίως στο σχολείο, και σε συνθήκες που δεν διαφέρουν ουσιαστικά από αυτές της διδασκαλίας/εκμάθησης μιας ξένης ή δεύτερης γλώσσας.  Αυτό σημαίνει ότι η πρότυπη γερμανική στην Ελβετία δεν είναι ίδια με την πρότυπη γερμανική στη Γερμανία:  η μεν είναι λειτουργικά, και επομένως υφικά, προσανατολισμένη στην εξυπηρέτηση των αναγκών του δημόσιου, μάλλον παρά του ιδιωτικού, βίου της κοινότητας, ενώ η δε είναι πλήρως ανεπτυγμένη λειτουργικά και υφικά×  με άλλα λόγια, η πρότυπη γερμανική διαθέτει Α και Κ στρώματα στη Γερμανία, ενώ η πρότυπη γερμανική των ελβετικών καντονίων περιορίζεται σε μία ποικιλία Α, η οποία, επί πλέον, έχει τις ρίζες της στον κόσμο της γραφής και της επίσημης εκπαίδευσης, και μάλιστα κατά τρόπο χαρακτηριστικό της διδασκαλίας/εκμάθησης των ξένων ή δεύτερων γλωσσών.

Οι ανωτέρω περιορισμοί στη φυσικότητα της πρότυπης γερμανικής όπως αυτή χρησιμοποιείται στα γερμανόφωνα ελβετικά καντόνια, είναι δυνατόν να επιδρούν ποικιλοτρόπως τόσο στην ενεργητική όσο και στην παθητική γλωσσική ικανότητα των ομιλητών, σε τρόπο ώστε μερικοί να είναι περισσότερο επιδέξιοι από άλλους.  Αυτό σημαίνει ότι ορισμένοι ομιλητές είναι σαφέστερα δίγλωσσοι από άλλους. 

Αλλά και στην περίπτωση της νεοελληνικής, η κατάκτηση της Καθαρεύουσας (Κθ) καθυστερούσε αλλά και περιοριζόταν από το γεγονός ότι βασιζόταν στο σχολείο και στην έμφαση που κατ' ανάγκην αυτό δίνει στον γραπτό λόγο, μάλλον παρά στην οικογένεια και την ομάδα των ίσων (ομηλίκων), οι οποίες εξυπηρετούνται κυρίως από τον προφορικό λόγο.  Αποτέλεσμα ήταν ότι μόνο ένα μικρό ποσοστό κατόρθωνε να αποκτά πλήρη ενεργητικό και παθητικό έλεγχο της γραπτής Κθ, και ακόμη λιγότεροι μπορούσαν να παραγάγουν συνεχή προφορικό λόγο σε ανεκτά συνεπή Κθ χωρίς τη βοήθεια σημειώσεων.  Το γεγονός ότι τόσο η Α (Κθ) όσο και η Κ (Δ) ήσαν ποικιλίες της ελληνικής δεν καθιστούσε την Κθ περισσότερο προσιτή στην πλειονότητα των ομιλητών, με αποτέλεσμα να μη αποτραπεί η απώλεια της θέσης της ως "επίσημης γλώσσας του κράτους" το 1975 (Daltas 1980).

Aπό τα ανωτέρω παραδείγματα ομιλιακών κοινοτήτων, μερικές πλησιάζουν περισσότερο στο ιδεώδες της [+Δφ,+Δγ], ενώ άλλες θα μπορούσαν εξ ίσου καλά να καταταγούν στην κατηγορία της [+Δφ,-Δγ].  Για μία φορά ακόμη, το συμπέρασμα δεν μπορεί να είναι άλλο από το ότι η κοινωνική διφυΐα μπορεί να συνοδεύεται από ψυχολογική διγλωσσία ποικίλης έντασης και είδους ανάλογα με τον ομιλητή, και ποικίλα ποσοστά ομιλητών, ανάλογα με την ομιλιακή κοινότητα, είναι σε θέση να εναλλάσσουν στον λόγο τους τις ποικιλίες Α και Κ.  Είναι επομένως άσκοπο να επιχειρήσουμε να σύρουμε διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στις διφυϊκές κοινότητες με και χωρίς διγλωσσία, διότι ο διαχωρισμός αυτός θα ήταν όχι μόνο τεχνητός αλλά και επισκοτιστικός της πραγματικής φύσης των φαινομένων, τα οποία, εάν η ανωτέρω ανάλυση είναι ορθή, αποτελούν συνεχές και όχι δύο στατικά κουτιά με κοινή μεν διαχωριστική δε πλευρά.

Το επόμενο, τρίτο, τεταρτημόριο που θα εξετάσουμε είναι της διγλωσσίας χωρίς διφυΐα, [+Δγ,-Δφ].  Κατά τον Fishman, μια τέτοια κοινότητα θα απετελείτο κατά πλειονότητα από ομιλητές που θα χρησιμοποιούσαν οποιαδήποτε από τις δύο ποικιλίες για όλους σχεδόν τους τύπους περιστάσεων, και θα προέκυπτε ως αποτέλεσμα "ρωγμών" στη διφυΐα.  Η διφυΐα αρχίζει να παρουσιάζει "ρωγμές" και "διαρροές" όταν η μία ποικιλία εξαπλώνεται στην επικράτεια της άλλης σε συνθήκες σταδιακής κατάρρευσης της μεταξύ τους λειτουργικής διαφοροποίησης.  Ωστόσο, η υποτιθέμενη "ελεύθερη εναλλαγή" που κατά τον Fishman χαρακτηρίζει αυτές τις  καταστάσεις επί του κοινωνικού επιπέδου, αποδεικνύεται πολύ περισσότερο δομημένη λειτουργικά, κατά δυναμικό βεβαίως τρόπο, εάν μελετήσει κανείς τις λεπτομέρειες της πραγματικής παραγωγής ομιλίας.

Στο πλαίσιο της έρευνας επί της διαπραγμάτευσης ταυτοτήτων κατά τη συνομιλία μέσω της κωδικής επιλογής, η Scotton (1983) υποστηρίζει πειστικά ότι "κάθε είδους γλωσσική χρήση συνεπάγεται επιλογή από σειρά εναλλακτικών κωδικών λύσεων, δηλαδή μεταξύ υφών, διαλέκτων ή διαφορετικών γλωσσών, σύμφωνα με τους όρους των αρχών της διαπραγμάτευσης" (σ.132).  Οι συμμετέχοντες σε μια συνομιλία δεν συμπεριφέρονται κατά τρόπους που προκαθορίζει ο δεδομένος συνδυασμός περιστασιακών παραγόντων.  Αντίθετα, διαπραγματεύονται μεταξύ τους την ερμηνεία της περίστασης μέσω της συμβολικής υιοθέτησης διαφόρων ταυτοτήτων ο ένας απέναντι στον άλλο δια της επιλογής είτε του αχαρακτήριστου είτε του χαρακτηρισμένου κώδικα σε κάθε επίπεδο όπου είναι δυνατή αυτού του είδους η συμβολική επιλογή, επιλέγοντας δηλαδή από αντιτιθέμενα ύφη, θεματικές ποικιλίες (registers), διφυϊκού κώδικες, διαλέκτους ή γλώσσες (Scotton 1986).

Τα ανωτέρω σημαίνουν ότι, όσο η διφυΐα διατηρεί τον χαρακτήρα του ευκρινώς ορατού κοινωνικού φαινομένου, οι συνομιλητές είναι δυνατό να επιλέξουν τον αχαρακτήριστο, δηλαδή τον αναμενόμενο, κώδικα σε δεδομένη περίσταση, για παράδειγμα τον Α σε μια κρατική υπηρεσία προκειμένου να τονίσουν τον επίσημο χαρακτήρα της δοσοληψίας×  ή εκείνος από τους συναλλασσόμενους ο οποίος βρίσκεται σε μειονεκτούσα θέση ως προς τον άλλο επειδή του ζητάει κάποια χάρη είναι δυνατό να εισαγάγει στον λόγο του στοιχεία της Κ ποικιλίας, η οποία είναι χαρακτηρισμένη, ήτοι μη αναμενόμενη, στη συγκεκριμένη περίσταση, με στόχο να επανερμηνευθεί η περίσταση ως αφορούσα οικείους, ή και ίσους.

Όταν η διφυΐα αρχίζει να παρουσιάζει διαρροές και να καταρρέει, οι εναλλακτικές λύσεις, οι οποίες προηγουμένως παρέχονταν βάσει ενιαίου κοινωνικού συνταγολογίου, τώρα διατίθενται επί του κατά πολύ ρευστότερου επιπέδου του ύφους, παραμένοντας πάντως φορτισμένες με τη μνήμη του διφυϊκού τους παρελθόντος.  Με άλλα λόγια, οι συμμετέχοντες σε μια συνομιλία συνεχίζουν να δέχονται το διφυϊκό σήμα, αλλά είναι τώρα πολύ περισσότερο ελεύθεροι να πειραματιστούν με αυτό και να το επαναπέμψουν σε δημιουργικά ή έστω ιδιοσυγκρασιακά τροποποιημένη μορφή, τέτοια που μπορεί να τύχει, αλλά μπορεί και να μη τύχει, της συναίνεσης της ευρύτερης κοινωνίας (Daltas 1992).  Eάν, επομένως, είναι κατ' αρχήν δυνατή η κωδική επιλογή, αυτή δεν πραγματοποιείται "ελεύθερα" ή εική και ως έτυχεν, αλλά συσχετίζεται πάντοτε λειτουργικά και δυναμικά με τη διαπραγμάτευση των ταυτοτήτων των συμμετεχόντων στη συνομιλία.  Κατά συνέπεια, το τεταρτημόριο της [+Δγ,-Δφ] όχι απλώς δεν περιέχει ασταθείς και μεταβατικές κοινότητες, όπως πιστεύει ο Fishman, αλλά συνιστά ένα από κάθε άποψη κενό κουτί.

Το τελευταίο τεταρτημόριο προς εξέταση είναι το χωρίς διγλωσσία και χωρίς διφυΐα, [-Δγ,-Δφ].  Κατά τον ίδιο τον Fishman (1972:106), αυτή η λογικά δυνατή κατάσταση στην πραγματικότητα "αυτοκαταργείται", αφού απαιτεί μια απολύτως ομοιογενή κοινότητα τα μέλη της οποίας επικοινωνούν μεταξύ τους βάσει μιας απολύτως ομοιογενούς γλωσσικής ποικιλίας η οποία δεν επιτρέπει καμία απολύτως επιλογή, ούτε καν στο επίπεδο του ύφους.  Εφόσον τέτοιες κοινότητες δεν απαντούν στην πραγματική ζωή (αν και είναι κοινότατες σε πολλές περιγραφές της παραδοσιακής γλωσσολογίας!), δεν χρειάζεται να απασχοληθούμε μαζί τους περαιτέρω.

Στην ανωτέρω ανάλυση, επιχειρήσαμε να αξιολογήσουμε την εσωτερική συνέπεια της φισμανικής διάταξης του Σχήματος 3 ανωτέρω, και διαπιστώσαμε ότι το υποκείμενο θεωρητικό υπόδειγμα παρουσιάζει σοβαρή ανεπάρκεια.  Όταν απομακρύνουμε από μπροστά μας τα τέσσερα τεταρτημόρια και απαλλαγούμε από τη σύγχυση που αυτά προκαλούν, αυτό που απομένει είναι ένα δυναμικό συνεχές εναλλακτικών επιλογών που άλλοτε είναι ευκρινέστερα ορατά κοινωνικώς και άλλοτε βυθίζονται κάτω από την επιφάνεια της συνείδησης των επί μέρους μελών του κοινωνικού σώματος.  Ορισμένα μέλη της κοινότητας έχουν ευχερέστερη πρόσβαση σε αυτές τις επιλογές κατά τη διάρκεια ορισμένων περιόδων της προσωπικής τους ιστορίας×  ενώ άλλοι ομιλητές αποκτούν πιο περιορισμένο έλεγχο αυτών των εναλλακτικών γλωσσικών μέσων, και σε διαφορετικό βαθμό, ανάλογα με το αν ενεργούν υπό την ιδιότητά τους του ομιλητή ή του ακροατή.  Το αποτέλεσμα είναι ότι τα μέλη μιας κοινότητας είναι δυνατό να διαφέρουν μεταξύ τους έντονα ως προς την ικανότητά τους να επενεργούν επί του κυρίαρχου συσχετισμού επιλογών, και να μεταβάλλουν τη σύσταση και την κατεύθυνσή του μέσω της καθημερινής τους διαπραγμάτευσης ταυτοτήτων στο πλαίσιο πραγματικών κοινωνιογλωσσικών καταστάσεων.

Ένας ιδιαίτερος τύπος εναλλαγής είναι η φεργκυσονική διφυΐα.  Διαφέρει από το σύμφυρμα της ποικιλότητας το οποίο ο Fishman δέχεται ως διφυΐα, όχι μόνο κατά το ότι καλύπτει το μέσο του συνεχούς το οποίο εκτείνεται από την υφική ποικιλότητα έως την εναλλαγή γλωσσών, αλλά επίσης ως προς το περιεχόμενο:  αν και η φεργκυσονική διφυΐα αφορά ποικιλίες που από κοινωνική άποψη θεωρούνται ότι ανήκουν στην ίδια γλώσσα, στην πραγματικότητα μία από αυτές κατακτάται στο πλαίσιο του σχολείου και ουδείς στην κοινότητα τη χρησιμοποιεί για απλή, καθημερινή επικοινωνία5.  Μια αδυναμία που παρουσιάζει η φεργκυσονική πρόταση είναι ότι δεν διακρίνεται κατά θεωρητικά τεκμηριωμένο τρόπο η διφυΐα ως κοινωνικά ορατό μεν εξιδανικευμένο δε σχήμα από την εξαιρετικά ποικίλη εφαρμογή της έννοιας  αυτής κατά την επικοινωνιακή τέλεση.

Ο Fishman προτείνει τη δική του εκδοχή της διφυΐας, η οποία, όπως είπαμε, καλύπτει κάθε είδους ποικιλότητα, από την υφική μετατόπιση έως τη γλωσσική εναλλαγή, ως επέκταση της αρχικής φεργκυσονικής έννοιας.  Κατά τη δική του διατύπωση, οι δύο εκδοχές της διφυϊκής έννοιας δεν συγκρούονται αλλά η νεότερη συμπληρώνει την πρωτότυπη έννοια, αφού τόσο η μεν όσο και η δε χαρακτηρίζονται από λειτουργική διαφοροποίηση:  δύο (ή περισσότεροι) κώδικες, είτε για ύφη πρόκειται, είτε για θεματικές ποικιλίες, Α/Κ κλασικές διφυϊκές ποικιλίες, διαλέκτους ή γλώσσες, είναι δυνατόν να γίνουν δεκτές ως συστατικές ενός τύπου διφυϊκής εναλλαγής υπό τον όρο ότι διαφοροποιούνται λειτουργικά κατά τρόπο ώστε μία (ή περισσότερες) από αυτές να βρίσκεται / βρίσκονται σε χρήση στη δημόσια σφαίρα του βίου και η άλλη (ή οι άλλες) στην ιδιωτική.  Αλλά όπως είδαμε ανωτέρω, ο Fishman δεν παραθέτει ούτε ένα παράδειγμα ομιλιακής κοινότητας που στερείται διαφοροποίησης λειτουργιών επί του άξονα δημοσιότητας / ιδιωτικότητας (ή επισημότητας / ανεπισημότητας), και που δεν διαθέτει εναλλακτικούς κώδικες για την εξυπηρέτηση αυτών των λειτουργιών.  Με άλλους λόγους, δεν γνωρίζουμε κάποιο φυσικό μέσο επικοινωνίας που στερεί τους χρήστες του από τη δυνατότητα επιλογής, ούτε έχουμε επισημάνει κάποια περίπτωση γλωσσικής ποικιλότητας που να ανήκει στο υποτιθέμενο "ελεύθερο", δηλαδή λειτουργικά ουδέτερο, είδος.

Επιπλέον, η διάκριση που κάνει ο Fishman ανάμεσα στην κοινωνική διφυΐα και την ψυχολογική διγλωσσία διευρύνει ακόμη περισσότερο το χάσμα ανάμεσα στις δύο αντίζηλες έννοιες, και προσθέτει ένα νέο είδος διγλωσσίας, της αποκλειστικά ψυχολογικής, σε αυτήν που ήδη υπήρχε και που διέθετε τόσο κοινωνική όσο και ατομική (ψυχολογική) πλευρά.  Αυτή η υπερπαραγωγή ορολογίας θα ήταν ευπρόσδεκτη εάν συντελούσε στην καλύτερη κατανόηση των μελετώμενων φαινομένων.  Όπως όμως καταδείξαμε ανωτέρω, τα φισμανικά τεταρτημόρια είτε παραποιούν την πραγματικότητα είτε είναι απλώς κενά περιεχομένου.

 

3.  Η φαζολδική έννοια της διφυΐας

Ο Fasold (1984:52ff) επιχειρεί να συνδυάσει τη φισμανική διφυΐα, αφού τη μετονομάσει σε ευρεία διφυΐα, με τη φεργκυσονική έννοια, η οποία τώρα λέγεται κλασική διφυΐα.  Η κλασική διφυΐα καλύπτει "ένα βολικό μέσο χώρο στο φάσμα σχέσεων που είναι δυνατό να απαντούν στην ευρεία διφυΐα.  Όπου η Ανώτερη και η Κατώτερη γλωσσική ποικιλία συγγενεύουν λιγότερο στενά, έχουμε υπερκείμενη διγλωσσία.  Όπου η Α και η Κ παρουσιάζουν στενότερη συγγένεια, μπορούμε να μιλάμε για υφική μετατόπιση."  (σ.54).


ΚΩΔΙΚΗ ΕΝΑΛΛΑΓΗ 

Κοινωνική πλευρά      Ψυχολογική πλευρά

Ευρεία Διφυΐα

(στην οποία περιλαμβάνονται:

Υπερκείμενη διγλωσσία [δηλ. δι-/πολυ-γλωσσία και δι-/πολυ-διαλεκτισμός]

Κλασική διφυΐα

Θεματικές ποικιλίες (registers)

Υφική μετατόπιση)

 Σχήμα 4:  Το κατά Fasold (1984) φάσμα της κωδικής εναλλαγής 

Πρώτα-πρώτα, όταν ο Fasold αναφέρεται στην υπερκείμενη διγλωσσία είναι σαφές ότι έχει τη συνήθη, κοινωνική και ψυχολογική, έννοια κατά νου και όχι την αποκλειστικά ψυχολογική που προτείνει ο Fishman.  Εκτός από αυτό, όμως, η βάση της ανωτέρω διατύπωσης είναι ότι ο Fasold συμφωνεί με την πρόταση του Fishman ότι μόνο η λειτουργική ποικιλότητα στοιχειοθετεί δικαίωμα για αναγνώριση της διφυϊκής ιδιότητας.  Εν τούτοις, όπως υποστηρίξαμε ανωτέρω, δεν υπάρχουν ενδείξεις ότι είναι δυνατόν να υπάρχει ποικιλότητα που δεν εξυπηρετεί ορισμένους λειτουργικούς σκοπούς.  Επομένως, κάθε είδους ποικιλότητα πρέπει να είναι διφυϊκή - ακόμη και σύμφωνα με τους (αντιφατικούς) όρους του ίδιου του Fishman και του Fasold.  Πράγματι, αξίζει να σημειωθεί ότι κατά την παρουσίαση των διφυϊκών εξελίξεων στην Ελλάδα και την Τανζανία, η διφυΐα των οποίων παρουσιάζει ρωγμές, ο Fasold συμπεραίνει:  "Σε καμία από τις δύο περιπτώσεις δεν μπορούμε να μιλάμε για το τέλος της διφυΐας.  Η διφυΐα δεν τελειώνει ποτέ× είναι καθολικό χαρακτηριστικό της ανθρωπότητας." (σ.57).  Αλλά καθολικό χαρακτηριστικό της ανθρωπότητας είναι η ποικιλότητα, όχι η διφυΐα, ακόμη και μέσα στο πλαίσιο των Fishman-Fasold:  ας θυμηθούμε ότι δύο από τα φισμανικά τεταρτημόρια του Σχήματος 3 αφορούν ποικιλότητα (ο φισμανικός όρος είναι διγλωσσία) χωρίς διφυΐα.  Αντίθετα, η διφυΐα αποτελεί ειδική περίπτωση ποικιλότητας, δυνατότητα την οποία επιλέγουν να πραγματώσουν ορισμένες μόνο κοινότητες, εφόσον υπάρξουν οι κατάλληλες συνθήκες.  Αυτό ακριβώς το χαρακτηριστικό επισημαίνει η διατύπωση του Ferguson, ενώ το αντιπαρέρχονται οι ορισμοί του Fishman και του Falold.

 

4.  Η φισμανική έννοια της διφυΐας του 1980

Η τέταρτη εκδοχή της διφυϊκής έννοιας που θα εξετάσουμε είναι η προτεινόμενη από τον Fishman (1980).  O λόγος για τον οποίο ασχολούμαστε με τον Fishman (1980) μετά, και όχι πριν, από τον κατά τέσσερα χρόνια μεταγενέστερο Fasold (1984) είναι ότι η φισμανική έννοια της διφυΐας του 1980 έχει απομακρυνθεί από την προκάτοχό της του 1967 περισσότερο από ό,τι η φαζολδική εκδοχή.

Σε αυτή την περισσότερο πρόσφατη επανεξέταση των δυνατών σχέσεων μεταξύ της κοινωνικής διφυΐας και της ατομικής διγλωσσίας, ο Fishman (1980:6) διατηρεί τα τέσσερα τεταρτημόρια του Fishman (1967) (βλ. Σχήμα 3 ανωτέρω).  Εν τούτοις, και για τους ίδιους πάνω-κάτω λόγους που εκτίθενται στο 2. και 3. ανωτέρω, αναγνωρίζει τώρα (σ.6) ότι "Τόσο η διφυΐα όσο και η διγλωσσία είναι συνεχείς μεταβλητές, καταστάσεις υποκείμενες σε διαβάθμιση μάλλον παρά φαινόμενα του τύπου όλα-ή-τίποτε, ακόμη και όταν υπάρχει στεγανοποίηση.  Παρ' όλα αυτά, για τους σκοπούς της αρχικής εννοιολογικής καθαρότητας, είναι απλούστερο να τις αντιμετωπίζουμε και τις δύο σαν να ήσαν διχοτομικές μεταβλητές."  Πράγματι, η περιγραφή του περιεχομένου των τεσσάρων τεταρτημορίων επιτρέπει τώρα να ληφθεί υπ' όψιν η ρευστότητα που παρουσιάζουν τα αντίστοιχα φαινόμενα σε συνθήκες πραγματικής ζωής (σσ.3-9).  Η μετάβαση από τις διφυϊκές καταστάσεις με διγλωσσία σε αυτές χωρίς διγλωσσία γίνεται τώρα σταδιακά, και το ίδιο ισχύει για τις διγλωσσικές καταστάσεις με και χωρίς διφυΐα.  Ίσως, επομένως, να είναι αποδοτικότερο αν αντιμετωπίσουμε τους τέσσερις δυνατούς συνδυασμούς [-Δφ] και [-Δγ] ως εστιακά σημεία κοινωνιογλωσσικής οργάνωσης και όχι ως κουτιά ή κελλία.

Ωστόσο, η βασική διαφορά μεταξύ της φεργκυσονικής διφυΐας και της φισμανικής αντιζήλου της διατηρείται με τη μορφή που προτείνει ο Fasold, δηλαδή η πρώτη περιέχεται στην - κατά πολύ ευρύτερη - τελευταία ως υποπερίπτωσή της.  Κατ' αυτόν τον τρόπο, αναγνωρίζονται τέσσερις τύποι σχέσεων Α/Κ (σ.4):  (α)  η Α, που είναι κλασική, και η Κ, που είναι καθομιλούμενη, συγγενεύουν×  (β)  η Α, που είναι κλασική, και η Κ, που είναι καθομιλούμενη, δεν συγγενεύουν×  (γ)  η Α, που είναι γραπτή/επίσημη προφορική, και η Κ, που είναι καθομιλούμενη, δεν συγγενεύουν×  και (δ)  η Α, που είναι γραπτή/επίσημη προφορική, και η Κ, που είναι καθομιλούμενη, συγγενεύουν.  Θα παρατηρηθεί ότι μόνο οι τύποι (α) και (δ) φαίνεται ότι αντιστοιχούν στη φεργκυσονική διφυΐα κατά το ότι αφορούν συγγενείς γλωσσικές ποικιλίες.  Μάλιστα, ο τύπος (δ) μπορεί να θεωρηθεί με την πρώτη ματιά ότι υπερβαίνει τα όρια της κλασικής διφυΐας.  Εν τούτοις, τα δύο κριτήρια που θα εκθέσουμε κατωτέρω περιορίζουν δραστικά την επικράτεια εφαρμογής του.

Πράγματι, το εύρος της φισμανικής διφυΐας περιορίζεται τώρα δραστικά βάσει δύο κριτηρίων, από τα οποία το ένα είναι τυπικό (γλωσσικό) και το άλλο λειτουργικό (κοινωνικό).  Βάσει του πρώτου κριτηρίου, μόνο "σημαντικά αποκλίνουσες" γλωσσικές ποικιλίες επιτρέπεται να θεωρούνται ως μετέχουσες σε σχέση Α/Κ "...τέτοιας μορφής ώστε χωρίς σχολική εκπαίδευση η γραπτή/επίσημη προφορική δεν είναι καν κατανοητή..." (σ.4).  Το κριτήριο αυτό εξαιρεί, και πολύ σωστά, από τη διφυϊκή ιδιότητα πολλές μονογλωσσικές καταστάσεις αντίθεσης μεταξύ διαλέκτου και πρότυπης ποικιλίας.  Εξαιρεί επίσης περιπτώσεις υφικής διαφοροποίησης επί του άξονα επισημότητας-ανεπισημότητας (αν και ο Fishman δεν εξάγει ρητά το λογικό αυτό συμπέρασμα).

Το δεύτερο, λειτουργικό, κριτήριο, το οποίο εφαρμόζεται παράλληλα με το γλωσσικό, είναι πολύ αυστηρότερο σε σύγκριση με την προγενέστερη εκδοχή του:  η έμφαση τώρα βρίσκεται στην "κοινωνική στεγανοποίηση" - σε αντίθεση προς την απλή λειτουργική διαφοροποίηση η οποία κάνει επίσης δεκτές καταστάσεις αντίθεσης μεταξύ μιας διαλέκτου και μιας πρότυπης ποικιλίας καθώς και μεταξύ υφών.  Βεβαίως, θα μπορούσε κανείς να υποστηρίξει ότι η προγενέστερη και η πλέον πρόσφατη ορολογική εκδοχή του κριτηρίου αυτού μπορούν να θεωρηθούν συνώνυμες:  η λειτουργική διαφοροποίηση έχει ipso facto την έγκριση της κοινωνίας και συντηρείται από αυτήν.  Εν τούτοις, και παρά το γεγονός ότι ο Fishman δεν κάνει ρητά ούτε αυτή τη διαπίστωση, θα πρέπει να θεωρήσουμε ότι η κοινωνική στεγανοποίηση αφορά την ευκρινώς ορατή κατανομή του λειτουργικού φόρτου εργασίας και όχι τις υφικές επιλογές που πραγματοποιούνται σε ατομικό επίπεδο, συχνά (κοντά στο ανεπίσημο άκρο του συνεχούς) υποσυνείδητα, και όμως μέσα στις γενικές κατευθυντήριες γραμμές της κοινωνίας.  Το Σχήμα 5 συλλαμβάνει τους τύπους ποικιλότητας τους οποίους καλύπτει το φισμανικό υπόδειγμα διφυΐας του 1980:

ΚΩΔΙΚΗ ΕΝΑΛΛΑΓΗ

                        Κοινωνική πλευρά                                        Ψυχολογική πλευρά

            Ευρεία Διφυΐα                                                  Διγλωσσία

            (η οποία περιλαμβάνει:

            Δι-/πολυ-γλωσσία

            Κλασική διφυΐα)

 Σχήμα 5:  Το κατά Fishman (1980) φάσμα της κωδικής εναλλαγής 

Ως αποτέλεσμα της εφαρμογής των ανωτέρω δύο κριτηρίων, η φισμανική διφυΐα έχει τώρα μετατοπιστεί πολύ πλησιέστερα προς την αρχική φεργκυσονική έννοια:  η πρώτη από τις δύο παραμένει ευρύτερη από την τελευταία κατά το ότι αναγνωρίζει ως διφυϊκές καταστάσεις στις οποίες συμμετέχουν διαφορετικές γλώσσες, και όχι απλώς (έντονα αποκλίνουσες) ποικιλίες της ίδιας γλώσσας, αν και δεν καλύπτει πλέον καταστάσεις αντίθεσης μεταξύ διαλέκτου και πρότυπης ποικιλίας ή καταστάσεις υφικής διαφοροποίησης.  Εν τούτοις, ακριβώς λόγω της ευρύτερης έκτασής της, η πιο πρόσφατη φισμανική έννοια καλύπτει επίσης και αρκετές, συνθετότερες "...περιπτώσεις δύο Α σε συνδυασμό με μία Κ, όπου η μία Α συνήθως χρησιμοποιείται για εθνικά φορτισμένες ή παραδοσιακές επιδιώξεις και η άλλη για μη φορτισμένες εθνικά ή σύγχρονες επιδιώξεις" (σ.4).  Το βήμα αυτό οδηγεί κατά φυσικό τρόπο στην αποδοχή του σχήματος που απαντά σε πολλές αναπτυσσόμενες χώρες και στο οποίο "...συμμετέχουν τόσο μία Δυτική γλώσσα Ευρύτερης Επικοινωνίας όσο και μία ή περισσότερες ευνοούμενες προτυποποιημένες καθομιλούμενες ως Α, καθώς και οι ίδιες (ή και περισσότερες) τοπικές καθομιλούμενες ως Κ" (σ.5).  Αλλά εάν δεχτούμε ως διφυϊκές καταστάσεις στις οποίες μία τοπική καθομιλούμενη επιτελεί τόσο Α όσο και Κ λειτουργίες (και ανεξάρτητα από την παρουσία μίας Α ξένης γλώσσας), τότε έχουμε επιτρέψει στις υφικές αντιθέσεις καθώς και σε αυτές που χωρούν μεταξύ διαλέκτου και πρότυπης ποικιλίας να ξαναμπούν στην επικράτεια της διφυΐας από την πίσω πόρτα.

Η εισαγωγή των δύο κριτηρίων, του γλωσσικού και της κοινωνικής στεγανοποίησης, επέφερε επίσης ενδιαφέρουσες μεταλλαγές στο τεταρτημόριο της [+Δγ,-Δφ] καθώς και σε αυτό της [-Δγ,-Δφ].  Όπως θα θυμάται ο αναγνώστης, στην επισκόπηση της φισμανικής διφυΐας του 1967 υποστηρίξαμε ότι τα δύο αυτά τεταρτημόρια είναι από κάθε άποψη κενά.  Πράγματι, καταδείξαμε ότι, όσον αφορά το πρώτο από τα προαναφερόμενα τεταρτημόρια, δεν υπάρχει ποικιλότητα που να μη διαθέτει κοινωνική λειτουργικότητα, και ως προς το τελευταίο, ότι είναι αδύνατο να υπάρξει απολύτως ομοιογενής κοινότητα.  Αλλά στο θεωρητικό υπόδειγμα του 1980, τα δύο τεταρτημόρια έχουν επαναπληρωθεί κατά ικανοποιητικότερο θεωρητικά τρόπο.

Και πρώτα-πρώτα, οι καταστάσεις της [+Δγ,-Δφ] θεωρούνται τώρα όχι απλώς ασταθείς αλλά, πιο συγκεκριμένα, μεταβαλλόμενες σε καταστάσεις της [-Δγ,-Δφ], αντί να εκλαμβάνονται, όπως συνέβαινε παλαιότερα, ως σαφώς διακεκριμένες από τις τελευταίες.  Σχετικά με τη μεταβατικότητα, προτείνεται ο "χονδρικός κανόνας των τριών γενεών" (σ.8) για τη διάκριση των σταθερών διφυϊκών καταστάσεων από τις ασταθείς:  οι καταστάσεις που καταχωρούνται στο τεταρτημόριο [+Δγ,-Δφ] είναι εκείνες οι οποίες δεν διαρκούν περισσότερο από τρεις γενεές.  Τέτοιου είδους καταστάσεις ανακύπτουν όταν "...γηγενείς γλώσσες εκτοπίζονται από επείσακτες..." ή όταν "...μεταναστεύουσες γλώσσες [εξαφανίζονται] επειδή οι ομιλητές τους [υιοθετούν] τη γλώσσα της χώρας υποδοχής" (σ.8).  Η κατάταξη των δύο αυτών τελείως διαφορετικών καταστάσεων στο ίδιο τεταρτημόριο είναι αποτέλεσμα της απουσίας κοινωνικής στεγανοποίησης:  και στις δύο περιπτώσεις, "...η γλώσσα της οικογενειακής εστίας (αφενός, των γηγενών πληθυσμών, και αφετέρου, των μεταναστών) [δεν μπορεί] να αμυνθεί εναντίον του αποτελεσματικότερου συστήματος αμοιβών και ποινών που συσχετίζεται με τη γλώσσα των νέων θεσμών κάτω από την επίδραση των οποίων βρίσκονται τώρα αυτοί οι ομιλητές αφού με αυτούς έχουν πλέον να κάνουν" (σ.8), και τελικά υποκύπτουν, συνήθως μέσα σε τρεις το πολύ γενεές.  Θα πρέπει να τονιστεί ότι σε όλες τις καταστάσεις αυτού του τεταρτημορίου βρίσκονται αναμεμιγμένες διαφορετικές γλώσσες και όχι ποικιλίες της ίδιας γλώσσας.  Μάλιστα, ακριβώς αυτός ο περιορισμός είναι η αιτία της επαναπλήρωσης αυτού του τεταρτημορίου, ενώ το φισμανικό υπόδειγμα του 1967 επέτρεπε την κατάταξη κάθε είδους αντιθέσεων σε αυτό το τεταρτημόριο, με αποτέλεσμα να είναι θεωρητικά αδύνατο να έχει αυτό οποιοδήποτε περιεχόμενο.

Όπως προαναφέραμε, οι καταστάσεις του τεταρτημορίου της [+Δγ,-Δφ], οι οποίες είναι εγγενώς ασταθείς, τείνουν να διολισθαίνουν προς το τεταρτημόριο των καταστάσεων [-Δγ,-Δφ], πράγμα το οποίο συμβαίνει όταν μια κυρίαρχη ομάδα αφομοιώνει μια μειονότητα ως προς τη γλώσσα (και ίσως ως προς τον πολιτισμό) ή την εξοντώνει.  Εν τούτοις, υπάρχουν ορισμένα περιβάλλοντα, για παράδειγμα, η Κορέα, η Υεμένη, η Κούβα, η Πορτογαλία και η Νορβηγία, που "... χαρακτηρίζονται κατά τον δεύτερο τρόπο χωρίς να έχουν ποτέ περάσει από το πρώτο στάδιο" κατά το ότι "...έχουν δεχθεί σχετικά ελάχιστους μετανάστες κατά τις τρεις τελευταίες δεκαετίες και δεν διαθέτουν, ή διαθέτουν ελάχιστες, γηγενείς μειονότητες" (σ.9).  Θα πρέπει πάντως να τονιστεί ακόμη μία φορά ότι αυτό το τεταρτημόριο, της [-Δγ,-Δφ] έχει τώρα πληρωθεί (με μονογλωσσικές καταστάσεις) ως αποτέλεσμα του γεγονότος ότι οι αντιθέσεις ύφους ή διαλέκτου/πρότυπης ποικιλίας δεν γίνονται πλέον δεκτές στο φισμανικό διφυϊκό πλαίσιο.

Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι το πλέον πρόσφατο διφυϊκό υπόδειγμα που προτείνει ο Fishman (1980) είναι κομψότερο από το προηγούμενο φισμανικό υπόδειγμα του 1967, με αποτέλεσμα να βρίσκεται πλησιέστερα προς την αρχική φεργκυσονική έννοια της διφυΐας.  Επίσης, παρουσιάζει μεγαλύτερη εσωτερική συνέπεια σε σύγκριση προς το υπόδειγμα του Fasold (1984) (βλ. 3. ανωτέρω).  Εν τούτοις, το φισμανικό υπόδειγμα του 1980 συνεχίζει να παρουσιάζει δυσλειτουργίες λόγω ορισμένων από τις αντιφάσεις που έχει κληρονομήσει από τον θεωρητικό του πρόγονο του 1967.  Πράγματι, το νέο υπόδειγμα συνεχίζει να κατατάσσει κάτω από την ίδια θεωρητική στέγη (α) καταστάσεις κοινωνικής διγλωσσίας κατά τις οποίες, ως αποτέλεσμα της αποικιοκρατίας, της μετανάστευσης ή της δημιουργίας νέων πολυεθνικών κρατών, μια ξένη γλώσσα επιτελεί τις Α λειτουργίες ενός έθνους και μια τοπική ποικιλία τις Κ λειτουργίες×  και (β)  μονογλωσσικές κοινωνίες, στο πλαίσιο των οποίων ο υψηλός βαθμός κοινωνικής στεγανοποίησης έχει οδηγήσει στην έντονη τυπική και λειτουργική διαφοροποίηση της γλώσσας αυτής, με αποτέλεσμα να έχουν διαμορφωθεί δύο ποικιλίες, η μία από τις οποίες επιτελεί Α λειτουργίες και η άλλη Κ.  Ωστόσο, ο πρώτος από τους προαναφερόμενους τύπους καταστάσεων, που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί κοινωνική διγλωσσία, είναι πολύ περισσότερο "αναμενόμενος" στον σύγχρονο κόσμο και τείνει να διαμορφώνεται σε πολύ πιο βραχυπρόθεσμη βάση από τον δεύτερο.  Πράγματι, δεν φαίνεται να αντιμετωπίζουμε έλλειψη εθνών που να εισβάλλουν το ένα στα εδάφη του άλλου ή μεγάλων πληθυσμών που να μεταναστεύουν σε χώρες όπου μιλιούνται διαφορετικές γλώσσες ή νέων πολυεθνικών κρατών όπως είναι η Ευρωπαϊκή Ένωση, δηλαδή δημιουργίας συνθηκών που ευνοούν την ανάπτυξη καταστάσεων "ευρείας διφυΐας" σύμφωνα με τις προτάσεις των Falold και Fishman.

Από την άλλη πλευρά, η μακροπρόθεσμη κοινωνιογλωσσική διεργασία, η οποία, στους κόλπους της ίδιας γλώσσας και πολιτισμού, οδηγεί στη τυπική και λειτουργική πόλωση, δηλαδή τη φεργκυσονική διφυΐα, είναι ριζικά διαφορετική υπόθεση.  Ίσως μάλιστα να είναι και πολύ πιθανότερο να πέσει θύμα του σύγχρονου τρόπου ζωής ο οποίος δεν παύει να υπονομεύει την κοινωνική στεγανοποίηση χάριν της αποτελεσματικότητας και του διεθνισμού.  Όπως πολύ χαρακτηριστικά παρατηρεί ο Fishman (1980:12):

"Η σύγχρονη ζωή είναι στις περισσότερες εκφάνσεις της αφιλόξενη - είτε ιδεολογικά είτε πρακτικά - απέναντι στη στεγανοποίηση της συμπεριφοράς και των αξιών ενός λαού.  Η ρευστότητα των ορίων ανάμεσα στους ρόλους και τα δίκτυα, ή ακόμη και η εξασθένιση και η κατάλυση των ορίων, αποτελεί ταυτόχρονα στόχο και αποτέλεσμα του μεγαλύτερου μέρους της σύγχρονης συμπεριφοράς και της έμφασής της στην αποτελεσματικότητα και στην αμοιβαιότητα/αλληλεγγύη της κοινωνικής συμπεριφοράς." 

Η ανωτέρω διεργασία δεν μπορεί να ανακόψει την επέλαση νέων πολυγλωσσικών καταστάσεων που στη συνέχεια είναι δυνατόν να προσανατολιστούν προς ένα από τα τέσσερα εστιακά σημεία του φισμανικού τετραγώνου (βλ. Σχήμα 3 ανωτέρω).  Εν τούτοις, έχει στη διάθεσή του όσο χρονικό περιθώριο χρειάζεται για να υπονομεύσει μια ήδη διαμορφωμένη περίσταση διφυΐας φεργκυσονικού τύπου.

 

5.  Συμπέρασμα

Εν συμπεράσματι, δεν υπάρχει λόγος να χαρακτηριστεί διφυϊκή η λειτουργική ποικιλότητα, πλευρές της οποίας είναι παρούσες σε κάθε κανονική κοινωνία.  Αντίθετα, η φεργκυσονική διφυΐα θα πρέπει να διατηρηθεί ως χρήσιμος όρος με τον οποίο μπορούμε να αναφερόμαστε σε έναν συγκεκριμένο τύπο ποικιλότητας που αφορά μία ποικιλία Α και μία Κ οι οποίες (στα μάτια του κοινωνικού σώματος φαίνονται να) ανήκουν στην ίδια γλώσσα×  επί πλέον, η πρώτη από τις ποικιλίες αυτές δεν χρησιμοποιείται στις καθημερινές συζητήσεις - αν και είναι δυνατόν να ποικίλλεται η απλή μας κουβέντα με ένα μικρότερο ή μεγαλύτερο ποσοστό υφικά λειτουργικών γλωσσικών τύπων Α, ανάλογα, ανάμεσα σε άλλους παράγοντες, και με τον βαθμό στον οποίο ελέγχει ένας ομιλητής το διφυϊκό σύστημα.  Μάλιστα, αυτό που αναγνωρίζεται κοινωνικά ως διφυΐα δεν έχει άμεση σχέση με το πώς πραγματώνουν οι πραγματικοί ομιλητές τις συναφείς αντιθέσεις, παράλληλα με κάθε είδους άλλες δυνατότητες, προκειμένου να διαπραγματευτούν με τον συνομιλητή τους την αναγνώριση των εκάστοτε επιθυμητών ταυτοτήτων και να διατηρήσουν τη γλώσσα ανέπαφη - και ωστόσο σε αδιάκοπη εξέλιξη μέσα στον χρόνο καθώς και στον κοινωνικό και γεωγραφικό χώρο.

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

[Τὸ ἀνωτέρω κείμενο ἀποτελεῖ μετάφραση στὰ Ἑλληνικὰ τοῦ The concept of diglossia: From Ferguson to Fishman to Fasold.” I.Philippaki-Warburton, K.Nicolaidis & M.Sifianou. (eds.) Themes in Greek Linguistics. John Benjamins Publishing Company. 1994.]  

Τὸ πρωτότυπο ἀγγλικὸ κείμενο στὸν σύνδεσμο:

https://drive.google.com/file/d/1zD6FFwxAJaWmAqvPVNOtY1xQl1ts0DYv/view?usp=sharing


1.  Τα παραθέματα που ακολουθούν προέρχονται από την ελαφρώς αναθεωρημένη μορφή του 1972 του άρθρου του Fishman, η οποία στη μεταγενέστερη έκδοση εμφανίζεται ως Μέρος VI.2.

2.  Η βιβλιογραφική επισκόπηση της διφυΐας εκ μέρους του A. Hudson (1992) περιέχει συνολικά 1.092 τίτλους, και όπως παρατηρεί ο συντάκτης (σ.617), "...είναι σαφές ότι η προσπάθεια του Fishman να διευρύνει την έννοια της διφυΐας προκειμένου να περιλάβει σε αυτή πολλά επί πλέον είδη σταθερής λειτουργικής διαφοροποίησης γλωσσικών ρεπερτορίων προκάλεσε έντονες διαμάχες σχετικά με τον ορθό ορισμό της διφυΐας, καθώς και πολυάριθμες προσπάθειες για την κατάρτιση τυπολογιών των διαφορετικών χρήσεων του όρου αυτού×  ο μεγάλος αριθμός λημμάτων στο ευρετήριο αυτής της βιβλιογραφίας, κάτω από τον τίτλο ‘διγλωσσία’, αποτελεί εν μέρει μαρτυρία για την ένταση και την έκταση της διένεξης που περιέβαλε εξ αρχής την πρόταση του Fishman για την ανασύνθεση της αρχικής έννοιας του Ferguson."

3.  Για παράδειγμα, στα ακόλουθα παραθέματα ο Gumperz (1962:469) αναφέρεται στον Ferguson (1959):  "Ο Ferguson επεσήμανε πρόσφατα ορισμένες σημαντικές γλωσσικές διαφορές ανάμεσα στο επίσημο και το ανεπίσημο μέσον (1959:2) ορισμένων αστικών πληθυσμών." (σ.465).  Επίσης:  "Η έντονη διαφοροποίηση και η γλωσσική απόσταση ανάμεσα στον διοικητικό και τον ιερό κώδικα και σε άλλους κώδικες του ρεπερτορίου των κωδίκων μπορεί να διατηρηθεί μόνο όσο παραμένει η κυβέρνηση στα χέρια μιας μικρής εξουσιαστικής ομάδας...Καθώς ένα όλο και μεγαλύτερο ποσοστό του πληθυσμού ελκύεται στους κόλπους του εθνικού βίου και κινητοποιείται, ο παλαιός διοικητικός κώδικας μπορεί να αντικατασταθεί από κάποιον άλλο που προέρχεται από τα περιφερειακά στρώματα.  Οι νέοι διοικητικοί υποκώδικες που είναι χαρακτηριστικοί αυτού του είδους της κοινωνίας δεν ταυτίζονται κατά κανόνα απολύτως με το ομιλούμενο ιδίωμα των αστικών κινητοποιημένων ομάδων×  σε ορισμένες περιπτώσεις είναι δυνατόν να διατηρείται σημαντική γλωσσική απόσταση (Ferguson 1959).  Γενικά, ωστόσο, το ρεπερτόριο των κωδίκων τείνει να καθίσταται όλο και λιγότερο διαφοροποιημένο καθώς οι τοπικοί πληθυσμοί αφομοιώνονται από τις κυρίαρχες ομάδες ... και μειώνεται η διάκριση των ρόλων." (σ.469)

4.  Αλλά βλ. την Frangoudaki (1992) η οποία υποστηρίζει ότι μετά την πτώση της δικτατορίας στις αρχές της δεκαετίας του 1970 το κύρος των λόγιων ή Κθ τύπων βρίσκεται σε ανοδική πορεία σε ορισμένους, αρκετά εκτεταμένους, κύκλους της διανόησης, και αυτή την τάση φαίνεται ότι την υιοθετούν σταδιακά και πολύ ευρύτερα στρώματα του γενικού πληθυσμού.  Ωστόσο, θα πρέπει να παρατηρήσουμε για μία ακόμη φορά ότι η ιδεολογική στάση ενός ομιλητή απέναντι στη γλώσσα δεν αποτελεί πρόκριμα για τη γλωσσική του συμπεριφορά. 

5.  Κατά τη διάρκεια της "ηρωικής" εποχής της Κθ, ορισμένα επαγγελματικά στρώματα κύρους, όπως δάσκαλοι, ιερωμένοι, αξιωματικοί και γραφειοκράτες, προσπαθούσαν φιλότιμα να χρησιμοποιούν με συνέπεια τύπους της Κθ στις καθημερινές τους συζητήσεις, τουλάχιστον τις σαφέστερα δημόσιες.  Για παράδειγμα, επίτιμος καθηγήτρια ελληνικού πανεπιστημίου διηγιόταν ότι ο πατέρας της ζητούσε από την υπηρέτρια της οικογένειας να του φέρει "ποτήριον ψυχρού ύδατος", αντί για "ένα ποτήρι κρύο νερό", όπως θα ήταν ο αναμενόμενος τύπος της Δ.  Ωστόσο, πόσο συνεπής μπορεί να είναι αυτή η χρήση είναι τελείως άλλο θέμα - θέμα παρατήρησης της συμπεριφοράς σε μακροπρόθεσμη βάση.

 

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

 

Abdulaziz Mkilifi, M.H. (1978).  Triglossia and Swahili-English bilingualism in Tanzania.  In J. Fishman (ed.), Advances in the study of societal multilingualism.  The Hague:  Mouton.

Daltas, P. (1973).  The use of Katharevousa and  Demotiki in informal personal letters.  M.A. Dissertation.  The University of Leeds.

________ (1979).  The inflectional morphology of the verb in Modern Greek Koine: A variationist approach.  Ph. D. Dissertation.  The University of Leeds.

________  (1980).  The concept of diglossia from a variationist point of view with reference to Greek. Archivum Linguisticum 11.2.

________  (1992).  A dynamic interpretation of diglossia:  an account of recent developments with special reference to Greek voiced plosives.  Plurilinguismes 4.

El-Hassan, S.A. (1977).  Educated Spoken Arabic in Egypt and the Levant:  a critical review of diglossia and related concepts. Archivum Linguisticum 8.2.

Fasold, R. (1984).  The sociolinguistics of society. Oxford:  Blackwell.

Ferguson, C.  (1959).  Diglossia. Word 15.  Also in P.P. Giglioli (ed.) Language and social context. Penguin, 1972.

____________ (1991). Diglossia revisited.  In A. Hudson (ed.), Studies in Diglossia.  Southwest Journal of Linguistics 10:1

Fishman, J. (1967).  Bilingualism with and without diglossia;  diglossia with and without bilingualism.  Journal of Social Issues 32.  Also in J. A. Fishman, The sociology of language (Section VI). Rowley, Mass.: Newbury House, 1972.

____________ (1980). Bilingualism and biculturism as individual and as societal phenomena. Journal of Multilingual and Multicultural Development 1:3.

Frangoudaki, A.  (1992).  Diglossia and the present language situation in Greece.  Language in Society 21.

Gumperz, J.J. (1961).  Speech variation and the  study of Indian civilization.  American Anthropologist LXIII.

____________ (1962).  Types of linguistic communities.  Anthropological Linguistics IV.  Also in J. A. Fishman (ed.) (1972) Readings in the Sociology of Language. The Hague: Mouton.

____________ (1964a).  Linguistic and social interaction in two communities.  American  Anthropologist LXVI.

____________ (1964b).  Hindi-Punjabi code switching in Delhi.  In M. Halle (ed.), Proceedings of the International Congress of Linguistics. The Hague: Mouton.

____________  (1966).  On the ethnology of linguistic change. In W. Bright (ed.), Sociolinguistics.  The Hague:  Mouton.

Hudson, A.  (1992). Diglossia:  a bibliographic review.  Language in Society 21.

Hudson, R. A. (1980). Sociolinguistics. Cambridge University Press.

Kazazis, K. (1976).  A superficially unusual feature of Greek diglossia.  Papers from the Twelfth Regional Meeting of the Chicago Linguistic Society. Chicago: Chicago Linguistic Society.

Mitchell, T.F.  (1978).  Educated Spoken Arabic  in Egypt and the Levant, with special reference to participle and tense. Journal of Linguistics 14,2.

Rona, J.P. (1966).  The social and cultural status of Guarani in Paraguay. In W. Bright (ed.), Sociolinguistics.  The Hague:  Mouton.

Scotton, C.M.  (1983).  The negotiation of identities in conversations:  A theory of markedness and code choice.  International Journal of the Sociology of Language 44.

-------------   (1986). Diglossia and code switching.  In J. A. Fishman, A. Tabouret-Keller, M. Clyne, B. Krishnamourti & M. Abdulaziz (eds.), The Fergusonian Impact:  in Honor of Charles A. Ferguson. Vol. 2. Berlin.: Mouton de Gruyter.

Stewart, W. (1963). Functional distribution of Creole and French in Haiti. In E. Woodworth & R. DiPietro (eds.),  Georgetown University Round Table on Languages and Linguistics 1962. Washington, DC:  Georgetown University Press.



Για τὸ πρωτότυπο ἀγγλικὸ κείμενο, βλ. σύνδεσμο:

https://drive.google.com/file/d/1zD6FFwxAJaWmAqvPVNOtY1xQl1ts0DYv/view?usp=sharing



Η ΑΝΑΠΤΥΞΙΑΚΗ ΓΛΩΣΣΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ C.-J.N. BAILEY

Πρακτικά 11ου Συνεδρίου για την Περιγραφή της Ελληνικής Γλώσσας, 26-28 Απριλίου 1990.  Τομέας Γλωσσολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.

 

 

 

Περικλής Α. Ντάλτας

 

 

 

Η ΑΝΑΠΤΥΞΙΑΚΗ ΓΛΩΣΣΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ C.-J.N. BAILEY

 

 

 

Abstract

Developmental theory claims that, although language is characterized by a considerable amount of, often chaotic, variation, the underlying relations are constant and so organized that language can be stored in the human brain.  Below, an atempt is made at a critical presentation of the organizational principles of these relations, namely, naturalness, implicationality, temporality and markedness.

 

 

1.  Η κοινωνιογλωσσολογική έρευνα των τελευταίων δεκαετιών έχει καταδείξει ότι κάθε άνθρωπος χρησιμοποιεί στην καθημερινή του ζωή έναν τεράστιο αριθμό εναλλακτικών γλωσσικών στοιχείων ανάλογα με τα βιογραφικά χαρακτηριστικά του καθώς και με την επικοινωνιακή περίσταση στην οποία βρίσκεται, αναγνωρίζει δε έναν ακόμη μεγαλύτερο αριθμό τέτοιων στοιχείων·  επίσης, ότι η ποικιλότητα αυτή ανασυντάσσεται συνεχώς επί του διαχρονικού άξονα.

Κατά τον C.-J.N. Bailey (1981:42· 1987:270-2), το φαινόμενο της γλωσσικής ποικιλότητας έχει μεν τύχει αναγνώρισης ή ακόμη και συστηματικής μελέτης, δεν αντιμετωπίζεται όμως ακόμη κατά τρόπο επαρκώς επιστημονικό.  Ο λόγος για τον οποίο θεωρεί τις διάφορες τάσεις της σύγχρονης γλωσσολογίας ανεπαρκώς επιστημονικές είναι ότι δεν μπορούν να εξηγήσουν τις αιτίες και τον τρόπο με τον οποίο οι δομές μιας γλώσσας έχουν εξελιχθεί στη σημερινή τους μορφή αλλά ούτε και να προβλέψουν την κατεύθυνση που θα λάβει η εξέλιξή τους στο μέλλον.  Κατά τη γνώμη του, το βασικό ερώτημα στο οποίο καλείται να απαντήσει μία επιστημονική γλωσσολογία είναι το εξής (1987:281):  "Πόσες ελάχιστες (μινιλεκτικές) γραμματικές απαιτούνται για τη σύνθεση της γλώσσας ενός συγκεκριμένου ανθρώπου;  Και πώς συνταιριάζονται σε ενιαίο σύστημα μέσα στο κεφάλι αυτού του ανθρώπου ώστε να μπορεί να τις εκμάθει;"  Αν παραφράζαμε το ερώτημα έτσι ώστε να είναι πιο ουδέτερο θεωρητικά1, θα λέγαμε:  Πώς τα βγάζει πέρα το ανθρώπινο μυαλό με τη χαώδη ποικιλότητα που παρουσιάζει μία φυσική γλώσσα τόσο στον συγχρονικό όσο και στον διαχρονικό άξονα;  Πώς μπορεί να μάθει κανείς ένα σύστημα που βρίσκεται σε συνεχή ροή;  Πώς επικοινωνεί κανείς με ανθρώπους τους οποίους για πρώτη φορά συναντά;

Η αναπτυξιακή γλωσσική θεωρία, την οποία εισηγήθηκε ο Bailey στις αρχές της δεκαετίας του 1970 και συνεχώς εκλεπτύνει έκτοτε μαζί με τους ομοϊδεάτες του, προσφέρει την εξής απάντηση στο ανωτέρω ερώτημα:  Η ποικιλότητα μιας φυσικής γλώσσας μπορεί να είναι χαώδης, αλλά οι σχέσεις που τη διέπουν είναι σταθερές·  φαίνεται δε ότι παρουσιάζουν οργάνωση τέτοια ώστε να καθίσταται εύκολη η αποθήκευσή τους στον ανθρώπινο εγκέφαλο.

Αναλυτικότερα, η θεωρία αναγνωρίζει τέσσερις θεμελιώδεις αρχές του γλωσσικού φαινομένου:  τη φυσικότητα, τη συνεπαγωγικότητα, τη χρονικότητα και τη χαρακτηριστικότητα.  Στη συνέχεια αυτής της μελέτης, θα εξετάσουμε τις τέσσερις αυτές αρχές με όση λεπτομέρεια μας επιτρέπει ο χώρος στη διάθεσή μας.

 

2.  Και πρώτη η φυσικότητα.  Ως παράμετρος οργάνωσης της μεταβλητότητας μιας φυσικής γλώσσας, η φυσικότητα έχει δυναμικό και συσχετιστικό χαρακτήρα:  λιγότερο φυσικά στοιχεία τείνουν να μεταβάλλονται σε περισσότερο φυσικά ή να αντικαθίστανται από τέτοια.  Η φυσική αυτή διεργασία θα μπορούσε να παραλληλιστεί με την εντροπία στη θερμοδυναμική:  τόσο στη φύση όσο και στη γλώσσα, ένα σύστημα που δεν ισορροπεί τείνει προς την ισορροπία, προς την ηρεμία, αρκεί να μη επέμβουν εξωτερικοί παράγοντες (1982:153).

Στη γλώσσα, οι εξωγενείς αυτοί παράγοντες έχουν κοινωνικο-επικοινωνιακό χαρακτήρα και προκαλούν παρά φύσιν (abnatural) ανακατατάξεις στο σύστημα.  Τέτοιου είδους φαινόμενα προκαλούνται από την επαφή διαφορετικών γλωσσών ή υποσυστημάτων της ίδιας γλώσσας, όταν δηλαδή ομιλητές διαφορετικών γλωσσικών ποικιλιών αναγκάζονται να συμβιώσουν.  Στο έτσι διαταραγμένο σύστημα, τίθεται σε λειτουργία η φυσική, νευροβιολογική διεργασία, η οποία επιφέρει διαδοχικές κατά φύσιν (connatural) μεταβολές με στόχο την αποκατάσταση της ισορροπίας.

Η φυσικότητα πηγάζει από την κατασκευή του εγκεφάλου μας και των άλλων οργάνων που συμμετέχουν στην παραγωγή ομιλίας.  'Ετσι, στο επίπεδο της φωνητικής/φωνολογίας - φωνητολογικό το ονομάζει ο Bailey, ο οποίος και εδώ μελετά την αναπτυξιακή διάσταση των σχετικών φαινομένων και επομένως απορρίπτει ως στατική την έννοια του φωνήματος (1981:57) - βάση της φυσικότητας αποτελεί η φυσιολογία των φωνητικών οργάνων.  Για παράδειγμα, το πρόσθιο μέρος της γλώσσας είναι πιο ευκίνητο από το οπίσθιο, όπως μπορούμε να διαπιστώσουμε πολύ εύκολα.  Επί πλέον, οι εντολές από τον εγκέφαλο φαίνεται ότι έρχονται σε δέσμες που αντιστοιχούν σε μία συλλαβή η κάθε μία.  Επομένως, σε μία συλλαβή του τύπου σύμφωνο + φωνήεν + σύμφωνο, είναι φυσικότερο να προφέρεται ο αφέτης, δηλαδή το προφωνηεντικό σύμφωνο, με την άκρη της γλώσσας ως αρθρωτή, και το μεταφωνηεντικό σύμφωνο με το οπίσθιο μέρος της γλώσσας, το οποίο, ως περισσότερο βραδυκίνητο, έχει στη διάθεσή του περισσότερο χρόνο για να λάβει την απαιτούμενη θέση.  'Ετσι, είναι πολύ πιο εύκολο να προφέρουμε πολλές φορές τον συνδυασμό τικ τακ χωρίς να μπερδευτεί η γλώσσα μας, παρά τον συνδυασμό κιτ κατ.

Πράγματι, οι γλωσσοδέτες βασίζονται στη παράβαση της αρχής της φυσικότητας.  Οι ίδιοι λόγοι εξηγούν και την τάση των μικρών κινεζόπουλων να προφέρουν /tuk/, 'κόκαλο', αντί για το ορθό /kut/, και των αγγλόφωνων παιδιών να προφέρουν /likle/ αντί για το ορθό /litl/, 'little'.  Η ίδια φυσικότερη προφορά της λέξης αυτής έχει υιοθετηθεί και από διάφορες κρεολές γλώσσες που αντλούν από την αγγλική.  Αλλά και όταν "μπερδεύεται" η γλώσσα μας, συχνά ακολουθεί φυσικότερους δρόμους στην προφορά διαφόρων λέξεων - διότι βεβαίως μία γλώσσα περιέχει φαινόμενα ποικίλου βαθμού φυσικότητας (Bailey 1981:48-9·  Falold 1990:259).

Επειδή η φυσικότητα διαδραματίζει σημαντικό ρόλο και σε άλλες γλωσσολογικές θεωρίες, θα πρέπει να διευκρινιστεί ότι κατά την αναπτυξιακή θεωρία του Bailey η φυσικότητα δεν πρέπει να συγχέεται με τη συμπλοκότητα διαφόρων φαινομένων ούτε με τη συχνότητα εμφάνισής τους.  Για παράδειγμα, ο φθόγγος [s] είναι από τους δυσκολότερους ως προς την προφορά, σε πολλές όμως γλώσσες του κόσμου αποτελεί φυσικότερο σύμφωνο από άλλα απλούστερα (1982:152)·  όσο για τη συχνότητα ως βάση της φυσικότητας, ο Bailey μας υπενθυμίζει ότι αυτοί που εισάγουν μία μόδα είναι ελάχιστοι σε σχέση με το πλήθος που δεν έχει ακόμη, αλλά που πρόκειται, να υιοθετήσει αυτή τη μόδα:  σημασία δεν έχουν οι σχετικοί αριθμοί αλλά η δυναμική των πραγμάτων (1981:151).

Φυσικό επακόλουθο των ανωτέρω είναι ότι η αναπτυξιακή θεωρία δέχεται την ύπαρξη καθολικών γλωσσικών στοιχείων, όπως αυτά μορφώνονται από τη συσχετιστική αρχή της φυσικότητας της γλώσσας και όχι με άλλη δομή, είτε στατιστική, όπως προτείνει ο Greenberg, είτε στατική, δηλαδή μη συσχετιστική, μη δυναμική, όπως συμβαίνει στο πλαίσιο της γενετικής θεωρίας του Chomsky.

Εάν προσπαθήσουμε να αξιολογήσουμε τις ανωτέρω θέσεις του Bailey, θα πρέπει, νομίζω, να ομολογήσουμε ότι η αναζήτηση της φυσικότητας στη γλώσσα και των φυσικών καθολικών χαρακτηριστικών είναι θεμιτός στόχος, όταν μάλιστα όργανο της αναζήτησης αυτής είναι η παρατήρηση.  Επίσης, η συσχετιστική βάση την οποία προϋποθέτει ο Bailey για τη φυσικότητα δεν μπορεί να αμφισβητηθεί παρά μόνο ως προς τον αποκλειστικό χαρακτήρα τον οποίο της προσδίδει:  λογικά, κριτήριο φυσικότητας θα μπορούσε να είναι και άλλο, όχι δηλαδή, ή όχι μόνο, το τί αλλάζει σε τί, αλλά και το τί είναι τί, ή κάποιο άλλο κριτήριο.  Ο Bailey, βεβαίως, τεκμηριώνει την επιλογή του με εκτενή επιχειρηματολογία, την οποία δεν μπορούμε να παρουσιάσουμε εδώ, είναι όμως φανερό ότι ο συσχετιστικός χαρακτήρας που αναγνωρίζει στη γλώσσα είναι το πρίσμα μέσα από το οποίο πραγματοποιεί τις επί μέρους παρατηρήσεις του.  Φυσικό αποτέλεσμα είναι να ανακαλύπτει πάλι και πάλι συσχετισμούς που πείθουν για την ορθότητα της θεωρίας, αλλά να μη μπορεί να επισημάνει άλλες εκφάνσεις του φαινομένου της γλώσσας, τις οποίες δεν συλλαμβάνει το πρίσμα της συσχετιστικότητας.  Θα πρέπει επίσης να παρατηρήσουμε ότι η αναζήτηση της φυσικότητας και των καθολικών χαρακτηριστικών προϋποθέτει την αποδοχή μιας συγκεκριμένης γλώσσας ως σαφώς περιγεγραμμένου αντικειμένου, ως συστήματος μέσα στο οποίο ορισμένα στοιχεία συσχετίζονται κατά τρόπο περισσότερο φυσικό από άλλα.  Η θεώρηση όμως αυτή περί γλώσσας είναι σαφέστατα εξιδανικευτική των πραγμάτων αφού οι έννοιες "αγγλική γλώσσα" ή "ελληνική γλώσσα" έχουν απελπιστικά ασαφή περιγράμματα (Hudson 1980·  LePage & Tabouret-Keller 1985).  Θα επανέλθουμε στο θέμα αυτό αργότερα.

Ακριβώς αυτή την άποψη περί γλώσσας μοιράζεται η αναπτυξιακή θεωρία με τη γενετική του Chomsky, με τη διαφορά ότι η πρώτη βλέπει τη γλώσσα ως γίγνεσθαι ενώ η δεύτερη ως στατικό αντικείμενο.  Με τον μεταλλακτισμό του Labov, εξάλλου, ο Bailey συμφωνεί στο ότι η ποικιλότητα όχι απλώς υπάρχει αλλά και πρέπει να είναι αντικείμενο της γλωσσολογικής έρευνας, ενώ όμως ο Bailey διαχωρίζει το κοινωνικά κανονικό από το φυσικό μέρος της ποικιλότητας και μελετά μόνο το δεύτερο, ο Labov αγνοεί το δεύτερο και μελετά τη στατιστική δομή του πρώτου.

Ο λόγος για τον οποίο ο Bailey αδιαφορεί για τη στατιστική δομή των γλωσσικών φαινομένων είναι επειδή ουδείς είναι σε θέση να δώσει ικανοποιητική απάντηση στο ερώτημα (1982:155):  "Πώς αποθηκεύονται τα στατιστικά φαινόμενα στον εγκέφαλο;"  'Ενας άλλος λόγος είναι, όπως είπαμε, ότι κάθε νέα μόδα έχει στην αρχή να επιδείξει μερικούς μόνο προσήλυτους, των οποίων όμως ο αριθμός αυξάνει συνεχώς.  Επομένως, αυτό που έχει σημασία είναι ποιό φαινόμενο παρουσιάζει αυξητικές τάσεις και ποιό όχι, ή όχι στον ίδιο βαθμό.  Παρ' όλα αυτά, πολλές μελέτες έχουν καταδείξει, χωρίς πάντως να εξηγούν το φαινόμενο2, ότι οι ομιλητές μιας γλώσσας έχουν αναμφισβήτητη αίσθηση του στατιστικού χαρακτήρα που παρουσιάζει η υφική αποδεκτότητα διαφόρων γλωσσικών στοιχείων εν χρήσει.  Για παράδειγμα (Ντάλτας 1985), ο αριθμός των υποκοριστικών που χρησιμοποιούνται σε διάφορες συζητήσεις ποικίλλει ανάλογα με τον βαθμό επισημότητας της περίστασης, και οι συμμετέχοντες συντονίζουν τη συχνότητα της παραγωγής τους προς τις, συχνά ανεπαίσθητες, διαφορές ως προς τον βαθμό επισημότητας, ενώ ταυτόχρονα διατηρούν τις ατομικές τους διαφορές ο ένας από τον άλλο.  Όσο για την αυξητική ή τη φθίνουσα πορεία των διαφόρων φαινομένων, ο μόνος τρόπος να τη συλλάβουμε είναι συχνά μέσω της επαγωγικής διόπτρας, είτε ενεργούμε ως μελετητές είτε, το σπουδαιότερο, ως μέλη της κοινωνίας τα οποία αποφασίζουν καθημερινά αν θα συσχηματιστούν προς μία ορισμένη γλωσσική ή άλλη τάση, και σε ποιόν βαθμό3.  Πάντως, παρά τη θεωρητική στάση που παίρνει ο Bailey κατά της στατιστικής, αναγνωρίζει ότι στην πράξη μπορεί να χρησιμοποιηθεί αυτή για την επισήμανση κατά φύσιν διεργασιών (1981:61).

Η έννοια της φυσικότητας συχνά κάθε άλλο παρά εύχρηστο εργαλείο αποτελεί.  Εξ ού και η απογοήτευση την οποία εκφράζει ο Stolz (1990:163) σε πρόσφατη παρουσίαση του Dressler (1987), διότι η (μορφολογική) φυσικότητα ορίζεται εκεί ex negativo και η επιχειρηματολογία των ερευνητών που συνεισφέρουν στον τόμο βασίζεται σε παραδείγματα συχνότητας, γλωσσικής οικονομίας ή στατιστικών ενδείξεων, κατά σαφέστατη παράβαση των θεμελιωδέστερων θέσεων της φυσικής μορφολογίας.  Βλέπε επίσης τις εξ ίσου αλυσιτελείς, από την άποψη της θεωρητικής καθαρότητας, προσπάθειες του Muhlhausler (1984:94) να ορίσει την έννοια της φυσικότητας βάσει του κόστους κατανόησης και παραγωγής.  Βεβαίως, όπως είπαμε, ο Bailey δεν αρνείται τη χρησιμότητα της στατιστικής ως ανακαλυπτικής διεργασίας, αυτό όμως που τον ενδιαφέρει είναι η συνεπαγωγικότητα των επισημαινομένων διατάξεων.  Εάν όμως η στατιστική μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την επισήμανση τόσο παρά φύσιν όσο και κατά φύσιν φαινομένων, τότε ο ερευνητής ξεκινάει την προσπάθειά του στη βάση του "βλέπουμε και κάνουμε", δηλαδή με την ελπίδα ότι, αν τύχει να συναντήσει ένα φυσικό φαινόμενο, θα το αναγνωρίσει, χωρίς όμως να έχει σαφή ιδέα για το τί ακριβώς ψάχνει να βρει.

Πρέπει τέλος να τονιστεί ότι η θεωρία περιορίζεται στη φωνητική/φωνολογία και, την τελευταία δεκαετία κυρίως, στη μορφολογία (Mayerthaler, Dressler, κ.ά.) χωρίς βεβαίως να λείπουν συγγενείς προτάσεις για την οργάνωση του συντακτικού (Ross) και του σημασιολογικού μέρους της γλώσσας (G. Lakoff και άλλοι εργαζόμενοι στο πλαίσιο της γνωστικής γλωσσολογίας).  Λόγω, επίσης, του εμπειρικού χαρακτήρα της θεωρίας (αναδίφηση στα δεδομένα φυσικών γλωσσών και όχι ομφαλοσκόπηση σε μία γλώσσα μόνο), ο Bailey αναγκάζεται να κάνει έκκληση στους γλωσσολόγους να στρέψουν τις προσπάθειές τους προς την επισήμανση αναπτυξιακών φαινομένων.  Αναγκάζεται επίσης να ομολογεί πάλι και πάλι, προς τιμήν του βεβαίως, ότι δεν γνωρίζει τις αιτίες ορισμένων γλωσσικών φαινομένων.  Προς το παρόν λοιπόν, ο όγκος των προσφερομένων λύσεων είναι μικρός και ανισομερώς κατανεμημένος στα διάφορα επίπεδα της γλώσσας.  Μετά από είκοσι χρόνια συνεχούς ανάπτυξης της θεωρίας, είμαστε επομένως αναγκασμένοι να συμπεράνουμε ότι μοιάζει αυτή με κλειδί που μας υποχρεώνει να ψάξουμε να βρούμε τις πόρτες τις οποίες είναι σε θέση να ανοίξει και οι οποίες φαίνεται επί πλέον να είναι ασύγκριτα λιγότερες από αυτές που απαιτούν άλλο, άγνωστο προς το παρόν, κλειδί.

 

3.  Η δεύτερη αρχή την οποία αναγνωρίζει ο Bailey στη γλώσσα είναι η συνεπαγωγικότητα:  οι ενδογλωσσικά προκαλούμενες, κατά φύσιν, μεταβολές δεν πραγματοποιούνται κατά τρόπο χαώδη αλλά διαδίδονται με μορφή κυμάτων.  Εάν λοιπόν ένα στοιχείο ψ αντικαθιστά ένα παλαιότερο στοιχείο χ στα περιβάλλοντα Α-, Β-, Γ-, Δ- του κατωτέρω πίνακα, η αντικατάσταση αυτή δεν θα συμβεί σε όλα τα περιβάλλοντα ταυτόχρονα, αλλά θα ακολουθήσει μία ορισμένη σειρά:  πρώτα στο Α-, μετά στο Β-, κ.ο.κ.  Αυτό σημαίνει ότι εάν στην ιδιόλεκτο ενός μέλους της κοινότητας η οποία διαθέτει τον κανόνα παρατηρήσουμε ότι το ψ έχει αντικαταστήσει το χ στο περιβάλλον Β-, μπορούμε να είμαστε βέβαιοι ότι η αντικατάσταση αυτή έχει πραγματοποιηθεί και στο περιβάλλον Α-, αλλά τέτοια πρόβλεψη δεν μπορούμε να κάνουμε για τα περιβάλλοντα Γ- και Δ-:  θα πρέπει να διαπιστώσουμε μέσω της παρατήρησης εάν η μεταβολή έχει μεταδοθεί και στο Γ- και, στη συνέχεια, στο Δ-.  Εάν χρησιμοποιήσουμε την ορολογία της θεωρίας, θα πούμε ότι η παρουσία του ψ στο περιβάλλον Β- συνεπάγεται και την παρουσία του στο Α-, η παρουσία του στο Γ- συνεπάγεται την παρουσία του στο Β- και στο Α-, κ.ο.κ., αλλά η εξαγωγή συνεπαγωγικών συμπερασμάτων προς την αντίθετη κατεύθυνση δεν ισχύει4.

 

 

 

 

Περιβάλλοντα

Λέκτοι

Δ --

Γ --

B --

A --

Λ1

χ

χ

χ

χ

Λ2

χ

χ

χ

ψ

Λ3

χ

χ

ψ

ψ

Λ4

χ

ψ

ψ

ψ

Λ5

ψ

ψ

ψ

ψ

 

Πίνακας:   Συνεπαγωγική αντικατάσταση ενός γλωσσικού στοιχείου, χ,

                        από ένα άλλο, ψ, σε τέσσερα γλωσσικά περιβάλλοντα.

 

Ο κανόνας μεταβλητότητας, λοιπόν, που μεταγράφει το χ σε ψ, λόγω της συνεπαγωγικής διάρθρωσης των περιβαλλόντων Α-, Β-, Γ-, και Δ-, ορίζει πέντε λέκτους ή προϊόντα.  Το γεγονός αυτό είναι καθαρά γλωσσικό και ως τέτοιο ενδιαφέρει τον γλωσσολόγο.  Από εκεί και πέρα, πώς ακριβώς θα κατανεμηθούν αυτές οι λέκτοι στην κοινωνία, πώς θα συσχετιστούν με κοινωνικούς παράγοντες όπως το ύφος, ή κοινωνική τάξη, η ηλικία, το φύλο ή η γεωγραφική προέλευση του ομιλητή, δεν έχει σημασία για τη γλωσσολογία:  είναι απλώς θέμα "κοινωνικής λειτουργίας".

Οι λέκτοι που ορίζονται από τους διαφόρους κανόνες μεταβλητότητας συνιστούν ισολεκτικές δέσμες, δηλαδή γλωσσικές ποικιλίες με συνεπαγωγική διάταξη.  Κατά τον Bailey, μία φυσική γλώσσα δεν είναι παρά ένα πολυλεκτικό σύνολο από συνεπαγωγικά διατεταγμένες γραμματικές.  Η συνεπαγωγικότητα της γλωσσικής οργάνωσης, όπως ήδη αναφέραμε, φαίνεται ότι ανταποκρίνεται στις αποθηκευτικές ικανότητες του εγκεφάλου, και αυτό ακριβώς, τονίζει ο Bailey, εξηγεί πώς μπορεί ο άνθρωπος να μάθει μία φυσική γλώσσα παρ' όλη την ποικιλότητα που παρουσιάζει αυτή.

Ας σημειωθεί ακόμη ότι, σύμφωνα με το αναπτυξιακό γλωσσικό υπόδειγμα, είναι θεωρητικά αναγκαίο η διάδοση μιας μεταβολής να είναι γραμμική και μονής κατευθύνσεως.  Με άλλα λόγια, implicans και implicandum σχετίζονται κατά τρόπο ασύμμετρο.  Η άποψη αυτή, η οποία βρίσκεται στην καρδιά της αρχής της συνεπαγωγικότητας, μπορεί να είναι θεωρητικά απαραίτητη στο πλαίσιο του αναπτυξιακού υποδείγματος και μπορεί να έχουν επισημανθεί πολλές περιπτώσεις που την επιβεβαιώνουν.  Το αντίθετο φαινόμενο, όμως, των απροσδόκητων μεταβολών προς όλες τις ενδογλωσσικές κατευθύνσεις είναι τόσο διαδεδομένο ώστε είναι αδύνατο να αγνοηθεί5.  Κατά τον κρεολιστή Robert LePage, η εκάστοτε κατεύθυνση προς την οποία τρέπεται το γλωσσικό σύστημα οφείλεται στις διαπραγματεύσεις που διεξάγουν τα μέλη μιας κοινωνίας μεταξύ τους και τις επιλογές στις οποίες καταλήγουν προκειμένου να σηματοδοτήσουν την ταύτισή τους με τη μία ή την άλλη ομάδα ή την απόσχισή τους από μία τρίτη (LePage & Tabouret-Keller 1985).  Αυτό που περιγράφει ο LePage, λοιπόν, είναι ένα πολυδιάστατο κοινωνιογλωσσικό σύμπαν μέσα στο οποίο ζούμε και όπου οι μεταβολές έχουν ως πηγή τους το άτομο, το μέλος της κοινωνίας, το οποίο διαπραγματεύεται συνεχώς τη θέση του και επεκτείνει ή μεταβάλλει κανόνες για να καθορίσει συμβολικά την ταυτότητά του σε σχέση προς διάφορες περισσότερο ή λιγότερο αντικειμενικές έννοιες που έχει συνθέσει για διάφορα κοινωνικά υποδείγματα.  Και βέβαια, ο Bailey θα απαντούσε ότι όλα αυτά είναι πολύ ενδιαφέροντα αλλά εμπίπτουν στο κοινωνικά κανονικό, όχι στο γλωσσικά φυσικό.  Αλλά και ο LePage θα μπορούσε να αντιτείνει ότι εάν η γραμματική μιας γλώσσας είναι προϊόν διαπραγμάτευσης και ταυτιστικών ενεργημάτων, τότε δεν έχουμε ακόμη κατορθώσει να επινοήσουμε θεωρία κατάλληλη να χειριστεί αυτού του είδους τη γραμματική.  Και ότι αυτό ισχύει και για την αναπτυξιακή γλωσσική θεωρία (op.cit.:205).

Πράγματι, και ειδικότερα για την έννοια της ισολέκτου, θα πρέπει να παρατηρήσουμε ότι η πρότασή της αποτελεί λογικό άλμα.  Διότι ενώ είναι δυνατό να καταδειχθεί η συνεπαγωγική/χρονική σχέση ανάμεσα στα επί μέρους προϊόντα, δηλαδη τις λέκτους, ενός κανόνα, δεν υπάρχει ενδογλωσσικός τρόπος να συσχετισθούν οι λέκτοι αυτού του κανόνα προς τις λέκτους άλλων κανόνων:  για να αποφασισθεί ότι η λέκτος α ενός κανόνα "πάει" (για να θυμηθούμε το κριτήριο του Bickerton για την ανάλυση της ποικιλότητας) με τη λέκτο ε ενός άλλου, τη λέκτο ζ ενός τρίτου, κ.ο.κ., θα πρέπει να καταφύγουμε σε εξωγλωσσικά κριτήρια, δηλαδή να ελέγξουμε, και μάλιστα σε στατιστική βάση, την κατανομή των λέκτων αυτών στην παραγωγή συγκεκριμένων ομιλητών.  Διότι θεωρητικά μεν ίσως υπάρχει κατά φύσιν σχέση ανάμεσα σε ένα συγκεκριμένο στάδιο στην εξέλιξη της προφοράς ενός φθόγγου και σε κάποιο από τα στάδια ανάπτυξης ενός μορφολογικού, συντακτικού ή σημασιολογικού φαινομένου, η σχέση όμως αυτή σπάνια είναι προσιτή στον ερευνητή σε αυτό το στάδιο ανάπτυξης της αναπτυξιακής θεωρίας.

Η απλή συνεμφάνιση δύο λέκτων από διαφορετικούς κανόνες στην ομιλία ενός ανθρώπου με κανένα τρόπο δεν σημαίνει ότι οι λέκτοι αυτοί συνδέονται κατά φύσιν στο πλαίσιο της αυτής ισολέκτου:  εάν ήταν έτσι, τότε μόνο κατά φύσιν σχέσεις θα περιλαμβάνονταν σε μία ισόλεκτο, ενώ η θεωρία προβλέπει την αρμονική συνύπαρξή τους με παρά φύσιν διεργασίες.  Εάν, όμως, δεν μπορούν να ορισθούν ισόλεκτοι κατά φυσικό τρόπο, ούτε να διαταχθούν συνεπαγωγικά (βλ. σημ. 5), τότε είναι σαφές ότι καταπίπτει ολόκληρο το συνεπαγωγικό οικοδόμημα.  Το πρόβλημα αυτό έχει επισημάνει εν μέρει ο εισηγητής των συνεπαγωγικών κλιμάκων D. DeCamp.  Εν τούτοις, ο Bailey (1987:279) επιμένει ότι το πρόβλημα είναι ανύπαρκτο, χωρίς όμως, εξ όσων γνωρίζω, να παρουσιάζει (πειστικά) επιχειρήματα προς τούτο, άλλα από τη σύμφωνη γνώμη του Bickerton.

Aς σημειωθεί, τέλος, ότι ο Bailey αναγνωρίζει, μαζί με πολλούς άλλους γλωσσολόγους, ότι όλες οι γλώσσες παρουσιάζουν διαρροές (1987:288, σημ.12) αλλά δεν εξηγεί πώς εντάσσεται αυτό το χαρακτηριστικό των γλωσσών στο αναπτυξιακό του γλωσσικό υπόδειγμα, πώς δηλαδή είναι δυνατό μία συνεπαγωγική κλίμακα να έχει σκαλοπάτια εκτός σειράς χωρίς να υπάρχει παρά φύσιν αιτία προς τούτο, παρά μόνο στατιστική έκφανση της εξαίρεσης αυτής (βλ. και σημ. 5).  Είναι βεβαίως προφανής ο κίνδυνος, οποιαδήποτε μεταβολή δεν έχει την προβλεπόμενη συνεπαγωγική μορφή να αποδίδεται σε παρά φύσιν επεμβάσεις, πράγμα που θα υποβίβαζε την έννοια των παρά φύσιν μεταβολών σε δοχείο απορριμμάτων του αυτού τύπου με τα δεύτερα μέλη των παλαιότερων αντιθέσεων γλώσσα-ομιλία και γλωσσική ικανότητα-τέλεση.  Εδώ μόνο η εντιμότητα και η οξυδέρκεια του ερευνητή (παράλληλα βέβαια με την κριτική των συναδέλφων του γλωσσολόγων) αποτελεί εξασφάλιση, και ο Bailey, όπως ήδη αναφέραμε, δεν διστάζει να επισημαίνει γλωσσικά φαινόμενα τα οποία δεν είναι σε θέση να ερμηνεύσει.  Για παράδειγμα, το άρθρο του του 1985 βρίθει από τέτοιες επισημάνσεις.

 

4.  Η τρίτη αρχή που διέπει τη διαμόρφωση της γλώσσας είναι η χρονικότητα.  Οι διαφορές από ένα περιβάλλον ενός κανόνα σε άλλο περιβάλλον, από ένα στοιχείο σε άλλο στοιχείο που αντικαθιστά το πρώτο, από μία ισόλεκτο σε άλλη ισόλεκτο, δεν είναι στατικές διαφορές, αλλά δυναμικές, είναι δηλαδή διαφορές εν χρόνω.  Η χρονικότητα διέπει όλη τη γραμματική, εφόσον η γραμματική δεν είναι παρά τα κύματα τα οποία αποτελούνται από τις διάφορες ισολέκτους και τα οποία βρίσκονται σε συνεχή κίνηση εν χρόνω.  "Οι φθόγγοι (μιας γλώσσας), οι κατηγορίες (της γραμματικής) και οι συντακτικές δομές αναπτύσσονται συνεπαγωγικώς, και αυτές οι συνεπαγωγικές αναπτυξιακές σχέσεις δημιουργούνται από χρονικές διαφορές." (1987:270).  Ο χρονικός παράγοντας μπορεί να έχει τόσο καθαρά λογική, βιονευρολογική έννοια, όσο και κοινωνικο-επικοινωνιακή·  πάντοτε όμως διαμορφώνεται η έννοια αυτή με βάση τη διαδοχή και όχι με βάση το ρολόι (1987:283,287).

Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι μία από τις βασικότερες διακρίσεις της γλωσσολογίας του 20ού αιώνα, η διάκριση μεταξύ συγχρονικής και διαχρονικής μελέτης της γλώσσας, καθίσταται άκυρη στο πλαίσιο της αναπτυξιακής θεωρίας.  "Αυτό που συμβαίνει τώρα", λέει χαρακτηριστικά ο Bailey (1982:157), "αποτελεί εξίσου μέρος της ιστορίας όσο και αυτό που συνέβη στο παρελθόν."

Μία άλλη σεβάσμια διάκριση που καταργείται, ή μάλλον αναδιαρθρώνεται βάσει της αρχής της χρονικότητας στο πλαίσιο της αναπτυξιακής θεωρίας, είναι η διάκριση μεταξύ γλωσσικής ικανότητας και γλωσσικής τέλεσης:  ο χρόνος, ο οποίος αποτελεί παραδοσιακά μέρος του περιεχομένου της τέλεσης, μαζί με άλλους εξωγλωσσικούς παράγοντες όπως η κοινωνική τάξη ή το φύλο, μεταφέρεται τώρα στη γλωσσική ικανότητα, και αυτή είναι η ουσιαστική διαφορά ανάμεσα στη θεωρία του Chomsky και αυτή του Bailey.  Με αντίστοιχο τρόπο ρυθμίζεται και η διαφορά μεταξύ Bailey και Labov:  από όλους τους παράγοντες που λαμβάνει υπόψιν του ο Labov, ο Bailey κρατά μόνο τον χρόνο και απορρίπτει τους υπόλοιπους.  Και αντί για την παλαιά διάκριση ικανότητας-τέλεσης, έχουμε τώρα κατά φύσιν και παρά φύσιν ανάπτυξη.

Η αρχή της χρονικότητας είναι συναρπαστική στην απλότητά της.  Ο οξυδερκής γλωσσολόγος όμως δεν μπορεί να στρέψει τα νώτα στο κραυγαλέο γεγονός ότι υπάρχουν τεράστιες διαφορές στην ταχύτητα με την οποία μεταβάλλονται διάφορα στοιχεία της γλώσσας.  Κανόνες επιταχύνουν, επιβραδύνουν, παγώνουν ή και αντιστρέφουν την ανάπτυξή τους.  Με άλλη ταχύτητα τρέχει ο χρόνος στην επιφάνεια της γλώσσας και με άλλη στο βάθος, και είναι χαρακτηριστική η αναγκαστική προσκόλληση των κοινωνιογλωσσολόγων αλλά και των θιασωτών της αναπτυξιακής θεωρίας στην επιφάνεια της γλώσσας, στη φωνητική/φωνολογία ή τη μορφολογία, και η αδυναμία τους να καταδυθούν σε μεγαλύτερο δομικό βάθος.  Και εδώ ουσιαστικά υπερτερεί ο Chomsky, εφόσον με βαθυσκάφος τη διαίσθηση μπορεί να ανεβοκατεβαίνει από την επιφάνεια στο δομικό βάθος της γλώσσας - αφού βέβαια φρόντισε πρώτα να την καταστήσει κλειστό, ελεγχόμενο και 'ασφαλές' σύστημα.  Ενώ οι κοινωνιογλωσσολόγοι, που έχουν να παλαίψουν συνεχώς με τέρατα όπως ο χρόνος, η στοχαστικότητα των ανθρώπινων ενεργειών ή κοινωνική διαστρωμάτωση, μόλις κατορθώνουν να παραμείνουν σε πλεύση.  Επίσης, είναι γνωστό το ακανθώδες της έννοιας του χρόνου από φιλοσοφική άποψη (Parret 1985).  Στο πλαίσιο της αναπτυξιακής θεωρίας, όμως, το πρόβλημα εξορκίζεται:  η χρονικότητα ορίζεται, όπως είπαμε, ως συνεπαγωγική διαδοχικότητα.  'Ετσι όμως, ο χρόνος, όπως διαμορφώνεται η έννοια αυτή με βάση το ρολόι ή το ημερολόγιο, ούτε απαραίτητος είναι για τη θεωρία αλλά ούτε και αποκλείεται από αυτήν.  Αποτέλεσμα είναι άλλοι κανόνες να παρουσιάζουν σαφή χρονική κατανομή και άλλοι να είναι άχρονοι, χωρίς αυτή η διαφορά να είναι "ορατή" από τη θεωρία.  Παρ' όλα αυτά, ο Bailey αποδίδει τεράστια σημασία στη χρονικότητα.  Μάλιστα, τελειώνει ένα άρθρο του (1981:63) σε τόνο προφητικό/ηρωϊκό, θα λέγαμε, ως εξής: 

 

"Η άχρονη γλωσσολογία δεν θα αποδειχθεί άχρονη·  η έγχρονη γλωσσολογία είναι άχρονη! 

Eppur si muove!"

 

5.  H τέταρτη αρχή γλωσσικής οργάνωσης είναι κατά τον Bailey η χαρακτηριστικότητα.  Η συνεπαγωγική κινητικότητα που παρουσιάζουν τα διάφορα γλωσσικά στοιχεία εν χρόνω έχει άμεση σχέση με τον βαθμό χαρακτηρισμού τους, αν δηλαδή είναι χαρακτηρισμένα, υπερχαρακτηρισμένα ή αχαρακτήριστα.  Η χαρακτηριστικότητα δεν είναι δυαδική ή τριαδική κατηγορία στο πλαίσιο της αναπτυξιακής θεωρίας αλλά αποτελεί συσχετιστικό συνεχές:  ένα στοιχείο είναι περισσότερο ή λιγότερο χαρακτηρισμένο από ένα άλλο.  'Ετσι, για να επιστρέψουμε στο παράδειγμα που χρησιμοποιήσαμε προηγουμένως, το ψ αντικαθιστά το χ στα διαδοχικά περιβάλλοντα του ανωτέρω πίνακα, όχι κατά σειρά η οποία επιβάλλεται ad hoc για την εξυπηρέτηση της αρχής της συνεπαγωγικότητας, αλλά επειδή το περιβάλλον Α- είναι πιο χαρακτηρισμένο από το Β-, το Β- από το Γ-, και το Γ- από το Δ-.  Με άλλα λόγια, η αρχή της χαρακτηριστικότητας συμπληρώνει και δίνει περιεχόμενο στην αρχή της φυσικότητας:  είναι φυσικό μία μεταβολή να αρχίζει στο πιο χαρακτηρισμένο, δηλαδή στο προσφορότερο ή ωριμότερο για αλλαγή περιβάλλον·  και είναι φυσικό η πραγματοποίηση της μεταβολής σε ένα περιβάλλον μιας λέκτου να συνεπάγεται και την προηγούμενη πραγματοποίησή της σε όλα τα πιο χαρακτηρισμένα από αυτό περιβάλλοντα, καθώς και τη μη εισέτι πραγματοποίησή της σε όλα τα λιγότερο χαρακτηρισμένα περιβάλλοντα.

Η διάδοση μιας μεταβολής σε μία σειρά περιβαλλόντων έχει ως αποτέλεσμα τον αποχαρακτηρισμό των περιβαλλόντων και την ισορροπία του συστήματος:  για την εισαγωγή του νέου στοιχείου στη σειρά των περιβαλλόντων, κάποιο από αυτά πρέπει να είναι αρκετά χαρακτηρισμένο για να ασκήσει αρκετή έλξη στο στοιχείο αυτό και να θέσει τη μεταβολή σε κίνηση·  στη συνέχεια, το δεύτερο σε φορτίο χαρακτηρισμού περιβάλλον μπορεί να τραβήξει προς το μέρος του το ήδη "κινούμενο" νέο στοιχείο, και ούτω καθεξής, μέχρι να φθάσει το νέο στοιχείο και στο τελευταίο σε χαρακτηρισμό περιβάλλον, το οποίο λόγω της αδράνειας, αν επιτρέπεται η μεταφορική αυτή διατύπωση, μπορεί και αυτό να ελκύσει προς το μέρος του το ήδη κινούμενο νέο στοιχείο, παρ' όλο που η δύναμή του είναι μικρή6.  Όταν όμως φθάσει η μεταβολή και στο λιγότερο χαρακτηρισμένο περιβάλλον, τότε τα περιβάλλοντα έχουν εξισωθεί, εφόσον έχουν όλα δεχθεί τώρα το νέο στοιχείο.  Με άλλα λόγια, και η αρχή της χαρακτηριστικότητας έχει συσχετιστικό χαρακτήρα:  μία σειρά περιβαλλόντων διαφέρουν ως προς τον βαθμό χαρακτηρισμού όχι απολύτως αλλά σε σχέση προς την κίνηση ενός συγκεκριμένου στοιχείου.

Από τα ανωτέρω, θα έβγαζε κανείς το συμπέρασμα ότι μία γλώσσα θα πρέπει αργά ή γρήγορα να ηρεμήσει, δηλαδή να παύσει να μεταβάλλεται, και να χάσει κάθε άλλου είδους ποικιλότητα:  "Οι χαρακτηρισμένες τιμές," λέει ο Bailey (1982:153), "είναι δυναμικές με τάση προς τη μεταβολή·  οι αχαρακτήριστες τιμές είναι εντροπικές καταστάσεις ηρεμίας."  Κάποια στιγμή, όλες οι μεταβολές που βρίσκονται σε εξέλιξη θα φθάσουν και στα λιγότερο χαρακτηρισμένα περιβάλλοντά τους και θα επέλθει ακινησία.  Τα πράγματα όμως δεν είναι έτσι, για τους εξής δύο λόγους.

Ο πρώτος λόγος είναι ενδογλωσσικός.  Ο αποχαρακτηρισμός σε ένα υψηλότερο δομικό επίπεδο μπορεί να προκαλέσει τον αναχαρακτηρισμό σε χαμηλότερο επίπεδο.  Μερικά παραδείγματα που παραθέτει ο Bailey (1982:154) έχουν σχέση με τον αποχαρακτηρισμό που συντελείται κατά την πορεία μιας γλώσσας από την παρά φύσιν αναλυτικότητα στην κατά φύσιν συνθετικότητα (θα επανέλθουμε σε αυτή τη διάκριση):  "...η κατά φύσιν σύνθεση καταλήγει σε αφύσικες δέσμες φωνητολογικών χαρακτηριστικών" - πρόκειται για συσχετιστική έννοια της αναπτυξιακής φωνολογίας, η οποία διακρίνεται σαφώς από τις φωνολογίες που στηρίζονται στο στατικό φώνημα (1981:57) - "(όπως στις ινδιάνικες γλώσσες των βορειοδυτικών περιοχών της Βορείου Αμερικής, καθώς και στη νοτιοαφρικανική γλώσσα Κοϊσάν), σε σύνθετα και αφύσικα συγγενολόγια, και σε σύνθετες και αφύσικες κλιτικές και παραγωγικές μορφολογίες (συγκρίνατε την πληθώρα γενών και ταξινεμητών σε μερικές γλώσσες και τις ολοφραστικές αναπτύξεις που απαντούν σε μερικές αμερινδικές γλώσσες)".  Φαίνεται, λοιπόν, ότι για καθαρά ενδογλωσσικούς, κατά φύσιν, λόγους, ο αποχαρακτηρισμός ενός μέρους του συστήματος ενδέχεται να προκαλεί τον αναχαρακτηρισμό κάποιου άλλου μέρους σε κατώτερο δομικό επίπεδο, και η διεργασία αρχίζει από την αρχή.

Ο δεύτερος λόγος για τον οποίο μία γλώσσα ουδέποτε αποχαρακτηρίζεται πλήρως είναι οι έξωθεν παρά φύσιν κοινωνικο-επικοινωνιακές επεμβάσεις που συμβαίνουν όταν η γλώσσα αυτή έλθει σε επαφή με μία άλλη γλώσσα.  'Ετσι, λέει ο Bailey (1982:154), "όταν η γερμανική δανείστηκε το γλωττιδικό R από τη γαλλική (το οποίο είναι φυσικός φθόγγος σε μία γλώσσα με έρρινα φωνήεντα όπως είναι η γαλλική), αυτό οδήγησε στην ανατροπή της φυσικής διάταξης σύμφωνα με την οποία το γλωττιδικό R συνεπάγεται έρρινα φωνήεντα".  Από τη στιγμή που η παρά φύσιν αυτή κατάσταση έχει ανακύψει στη γλώσσα, τίθεται σε λειτουργία η κατά φύσιν διαδικασία αποχαρακτηρισμού, η οποία ή θα αποκαταστήσει το implicandum, το στοιχείο το οποίο συνεπάγεται η παρουσία του γλωττιδικού R, δηλαδή τα έρρινα φωνήεντα, ή θα μεταβάλει ή θα εξαφανίσει το ίδιο το R, ανάλογα με το ποια λύση θα προκαλέσει τη μικρότερη αναταραχή."  Στη συγκεκριμένη περίπτωση, προβλέπει ο Bailey, το R θα χαθεί, τουλάχιστον από μερικά περιβάλλοντα.

Από τα ανωτέρω καθίσταται φανερό ότι οι παρά φύσιν μεταβολές δεν είναι αδιάφορες για την αναπτυξιακή θεωρία, εφόσον εισάγουν στο σύστημα πηγές χαρακτηρισμού.  Τη στάση αυτή προς τους εξωγλωσσικούς παράγοντες ενδογλωσσικών μεταβολών θα τηρούσε και η λειτουργική θεωρία του Martinet, ο Bailey (1982:154) όμως προχωρεί πάρα πέρα και εκφράζει την πεποίθηση ότι η φυσικότητα της γλώσσας εξαρτάται τόσο από κατά φύσιν όσο και παρά φύσιν εξελίξεις:  "Η φυσικότητα απαιτεί την ισορροπία της παρά φύσιν ανάλυσης με την κατά φύσιν σύνθεση" και "οι παρά φύσιν μεταβολές μπορούν επίσης να συνεισφέρουν στην αποκατάσταση μιας φυσικής διάταξης".  'Ετσι, για να επιστρέψουμε στις αμερινδικές γλώσσες, τις αφύσικες διατάξεις που έχουν αναφυεί σε αυτές από την κατά φύσιν διεργασία αποχαρακτηρισμού τους τις "γιατρεύουν" οι παρά φύσιν μεταβολές τις οποίες προκαλούν οι επαφές με άλλες γλώσσες και ο εκκρεολισμός (1982:154).  Βλέπουμε εδώ λοιπόν ότι η σημασία που αποδίδεται στις παρά φύσιν μεταβολές είναι τεράστια.  Ο συσχετισμός όμως αυτών των μεταβολών με καθαρά κοινωνικούς παράγοντες όπως είναι η τάξη ή το φύλο διατηρείται αποφασιστικά εκτός των ενδιαφερόντων της αναπτυξιακής θεωρίας.

Παρά την εξαιρετικά περιληπτική παρουσίαση της θεωρίας της χαρακτηριστικότητας του Bailey που επιχειρείται εδώ, δεν θα πρέπει να παραλείψουμε να τονίσουμε την σπουδαιότητα που έχει αυτή για μία γενική θεωρία περί γλώσσας.  Ο ίδιος ο Bailey (1982:152) θεωρεί "πρωτόγονες" παλαιότερες μορφές της θεωρίας όπως αυτές έχουν διατυπωθεί από τη Σχολή της Πράγας και, πιο πρόσφατα, από τους Chomsky και Halle.  Θα πρέπει να τονιστεί ότι η βάση της θεωρίας είναι εμπειρική και όχι νοησιαρχική, δηλαδή έχει σχέση με το τί μεταβάλλεται σε τί σε συγκεκριμένες γλώσσες του κόσμου, και δεν εξαρτάται από τη συμπλοκότητα που φαίνεται να παρουσιάζουν ορισμένα φαινόμενα στα μάτια του μελετητή·  είναι συσχετιστική και όχι απόλυτη, και απαιτεί γλωσσολογική δουλειά στην πρώτη γραμμή και όχι στα μετόπισθεν.

Δεν θα πρέπει να ξεχνάμε όμως ότι η χαρακτηριστικότητα είναι φυσική ιδιότητα μιας γλώσσας για τον Bailey, και ούτε θα μπορούσε να είναι αλλιώς.  Αλλά, όπως ήδη τονίσαμε ενωρίτερα όταν παρουσιάζαμε την αρχή της φυσικότητας, έχουμε εδώ ένα μεθοδολογικό παράδοξο:  η διεργασία αποχαρακτηρισμού-αναχαρακτηρισμού σε μία γλώσσα έχει ως στόχο τη διατήρηση της φυσικότητας της γλώσσας αυτής.  Η επαφή της γλώσσας αυτής όμως με άλλες γλώσσες, οι οποίες έχουμε κάθε λόγο να πιστεύουμε ότι έχουν φροντίσει, μέσω της ίδιας διεργασίας, να διατηρήσουν τη φυσικότητά τους σε επαρκή βαθμό, εισάγει στην πρώτη γλώσσα νέα στοιχεία που αποτελούν πηγές χαρακτηρισμού, δηλαδή μικρότερης φυσικότητας.  Το ερώτημα είναι, πώς γίνεται από τον συνδυασμό δύο φυσικοτήτων να προκύπτει αφυσικότητα;  Και πώς μπορούμε να μιλάμε για φυσικότητα με καθολικές φιλοδοξίες όταν η κάθε γλώσσα έχει κάνει, ώς ένα βαθμό τουλάχιστον, τις δικές της επιλογές φυσικότητας;  Τα ερωτήματα αυτά δεν είναι εύκολο να απαντηθούν, και μάλιστα όχι όταν γνωρίζουμε μεν από την παρατήρηση τις "φυσικές" επιλογές των διαφόρων γλωσσών αλλά αγνοούμε γιατί έγιναν αυτές και όχι άλλες, εξίσου φυσικές, ή, πολύ συχνά, γιατί είναι φυσικές·  ούτε όταν οι διάφορες γλώσσες θεωρούνται σαφώς περιγεγραμμένα αντικείμενα:  διότι, παρά τη συνεπαγωγική δυναμικότητα που η αναπτυξιακή θεωρία αναγνωρίζει στις γλώσσες, βλέπει την κάθε μία ως κλειστό σύστημα μέσα στο οποίο υπάρχει συνεχής κίνηση λόγω της λειτουργίας της χαρακτηριστικότητας.  Η φυσικότητα όμως της μιας γλώσσας δεν είναι ίδια με τη φυσικότητα της άλλης, και για τον λόγο αυτό, όταν έχουμε διαρροές από τη μία γλώσσα στην άλλη έχουμε και λιγότερη φυσικότητα7.  Είναι σαν να μειώνεται η φυσικότητα σε ένα δοχείο νερό επειδή υπήρξε διαρροή σε αυτό από ένα διπλανό δοχείο που επίσης περιέχει νερό8.

Παρ' όλα αυτά, θα πρέπει να ομολογήσουμε ότι η σχέση των επί μέρους γλωσσών προς το ευρύτερο φαινόμενο της γλώσσας παραμένει αδιευκρίνιστη, και προς το παρόν οι διάφορες γλωσσολογικές προσεγγίσεις, συμπεριλαμβανομένης της αναπτυξιακής, κάνουν απλώς "ό,τι μπορούν" - και αυτή η δραστηριότητα βέβαια δεν περιορίζεται στη γλωσσολογία.  Αν θέλαμε όμως να αξιολογήσουμε την αρχή της χαρακτηριστικότητας, θα λέγαμε, νομίζω, ότι ως όργανο μελέτης της γλώσσας είναι πολύτιμο, αλλά ότι η αξία του είναι σχετική και υπό κρίσιν.

 

 

6.  Συμπερασματικά, στον χώρο της κοινωνιογλωσσολογίας υπάρχουν αυτή τη στιγμή δύο θεωρίες, οι οποίες φιλοδοξούν να είναι γενικές θεωρίες περί γλώσσας:  η αναπτυξιακή θεωρία του Bailey, και η λειτουργική του Halliday.  Ο Labov φαίνεται ότι έχει εγκαταλείψει την ιδέα της σύνθεσης μιας ολοκληρωμένης θεωρίας και, ακόμη περισσότερο, μιας θεωρίας που αποτελεί συμπλήρωμα της γενετικής-μετασχηματιστικής θεωρίας.  Ο LePage, όπως ήδη αναφέραμε, δεν πιστεύει καν ότι είναι δυνατή αυτή τη στιγμή μια γενική θεωρία περί γλώσσας η οποία θα χαρακτηρίζει τη γλωσσική ικανότητα του ανθρώπου εν κοινωνία.  Βέβαια, η ερευνητική δραστηριότητα στον ευρύτερο χώρο της κοινωνιογλωσσολογίας είναι θυελλώδης, δεν είναι τυχαίο όμως ότι η δραστηριότητα αυτή έχει περισσότερο τον χαρακτήρα της συλλογής στοιχείων παρά της κατασκευής γενικών θεωριών με την τσόμσκεια έννοια, δηλαδή γραμματικών.  Ούτε είναι τυχαίο ότι η δραστηριότητα αυτή περιορίζεται συνήθως στην επιφάνεια της γλώσσας, πράγμα που πρέπει να σημαίνει ότι η κοινωνιογλωσσολογία αδυνατεί αυτή τη στιγμή να προχωρήσει σε μεγαλύτερο δομικό βάθος.  Από αυτή την άποψη, οφείλουμε να ακούσουμε με προσοχή την πρόταση του Bailey για μία γενική θεωρία για τη γλώσσα ως γενικό φαινόμενο.  Μία θεωρία όμως είναι επιτυχημένη εάν, σε πρώτη φάση τουλάχιστον, φαίνεται να λύνει το σύνολο σχεδόν των προβλημάτων που έχουν εντοπιστεί κατά τον χρόνο της εμφάνισής της (αργότερα θα φανούν οι αναπόφευκτες πρώτες εξαιρέσεις, και γρήγορα θα πολλαπλασιαστούν, ενώ η ίδια η θεωρία θα δημιουργήσει προβλήματα που δεν θα υπήρχαν χωρίς αυτή).  Στην περίπτωση της αναπτυξιακής θεωρίας όμως, δεν βλέπουμε αυτή τη μαζική επίλυση προβλημάτων, και μάλλον διαπιστώνουμε ότι οι αναπτυξιακοί ψάχνουν να βρουν προβλήματα που να μπορεί να τα λύσει η θεωρία τους, χωρίς να μας λένε, παρά μόνο σε περιπτωσιολογική βάση, πόσα και ποιά είναι αυτά που δεν μπορεί να λύσει.  Μία επιστημολογικά αξιόπιστη θεωρία όμως θα έκανε ακριβώς το αντίθετο:  αντί να ψάχνει για μερικά ακόμη από τα προβλήματα που λύνονται, θα προσπαθούσε να επισημάνει εκείνα που δεν λύνονται με όργανο μία συγκεκριμένη θεωρία·  και στη συνέχεια, ή θα μετέβαλλε ή θα αντικαθιστούσε τη θεωρία αυτή ώστε να λύσει και τα νέα προβλήματα.  Και η προσπάθεια θα ξεκινούσε από την αρχή.  Κάτι τέτοιο όμως, μπορεί μεν να είναι στις προθέσεις των αναπτυξιακών γλωσσολόγων, δεν φαίνεται όμως να είναι στις δυνατότητές τους αυτή τη στιγμή.  Και αυτό ακριβώς αποτελεί και το μέτρο της εξαιρετικά ενδιαφέρουσας αυτής θεωρίας.

'Ενας λόγος για την αδυναμία αυτή είναι ενδεχομένως το ότι η θεωρία είναι ταυτόχρονα πιο αφηρημένη, νοησιαρχική, από του Chomsky και πιο συγκεκριμένη, εμπειριοκρατική, από του Labov, όπως τονίζει ο Bailey (1981:46).  Με τον τρόπο αυτό όμως, οι αναπτυξιακοί αναγκάζονται να διεξαγάγουν διμέτωπο αγώνα με τα αυτά, μη διαφοροποιημένα κατά περίπτωση, όπλα:  με την επαγωγική συλλογή στοιχείων από τις φυσικές γλώσσες του κόσμου προσπαθούν να αντικρούσουν τόσο τη στατικότητα του τσόμσκειου γενετικού υποδείγματος, πράγμα λογικό, όσο και τη στατιστικά θεμελιωμένη μεθοδολογία του Labov.  Αλλά η στατιστική δεν είναι παρά εξελιγμένη μορφή της (έστω και "βουτηγμένης στη θεωρία", όπως τονίζει ο Popper (1976:90)) οιονεί επαγωγικής μεθόδου, την οποία χρησιμοποιούν, όχι μόνο οι άνθρωποι με τον κοινό νου, αλλά και όλα τα έμβια όντα στον αγώνα τους για την επιβίωση.  Με άλλα λόγια, για τη στήριξη της αναπτυξιακής θεωρίας χρησιμοποιείται μία απλούστερη, λιγότερο εξελιγμένη, μορφή μιας μεθόδου επίλυσης προβλημάτων για να αποδειχθεί ότι μία εξελιγμένη μορφή της αυτής μεθόδου δεν έχει καν  θέση στη θεωρία9.

'Ενας άλλος, ίσως σπουδαιότερος, λόγος για την αδυναμία που παρουσιάζει η αναπτυξιακή θεωρία είναι ότι δεν έχουμε ίσως καν αρχίσει να φανταζόμαστε πόσο πέρα από τις θεωρητικές μας ξόβεργες βρίσκεται το φαινόμενο της γλώσσας.

 

 

 

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

 

1.  Δεν δέχονται, βέβαια, όλοι οι γλωσσολόγοι ότι ο ανθρώπινος εγκέφαλος είναι σε θέση να αποθηκεύει σειρά ολόκληρη από επί μέρους γραμματικές (Fasold 1990:264·  Bailey 1987:281)

2. Θεμελιώδες χαρακτηριστικό της στατιστικής επιστήμης, και γενικότερα της επαγωγικής μεθόδου, είναι ότι μετατρέπει, χωρίς πάντως να αίρει, την άγνοιά μας σε δύναμη:  παρ' όλο που συνεχίζουμε να αγνοούμε τις αιτίες των φαινομένων, είμαστε σε θέση να επεμβαίνουμε σε αυτά.  Για παράδειγμα, προγραμματίζουμε το μέλλον, προβλέπουμε τη συμπεριφορά των υλικών, εμπιστευόμαστε τους συνεργάτες μας, κλπ.  Η ειρωνεία είναι ότι και ο Bailey επαγωγικά προσπαθεί να τεκμηριώσει την αντιστατιστική του θεωρία, και αυτή η αντίφαση είναι ίσως η βόμβα στα θεμέλια της θεωρίας αυτής - χωρίς αυτό να σημαίνει ότι μπορεί να υπάρξει θεωρία χωρίς εγγενείς αντιφάσεις.

3.  Εάν εμείς στις κοινωνικές επιστήμες δεν μπορούμε να δεχτούμε ότι οι άνθρωποι έχουν την ικανότητα να ενεργούν ομοιόμορφα χωρίς προσυνεννόηση, τότε τί να πουν οι ερευνητές των φυσικών επιστημών όταν ανακαλύπτουν παρόμοια συμπεριφορά στα φαινόμενα των δικών τους χώρων;

4.  Για την εξέλιξη και τις αδυναμίες της κλίμακας συνεπαγωγής ως υποδείγματος ανάλυσης, βλ. Daltas (1979:413-24) και, κυρίως, Pavone (1980).

5.  O ίδιος ο Bailey (1987:282) ομολογεί ότι "μία ορισμένη ισόλεκτος μπορεί να βρίσκεται σε υψηλότερο σημείο του κεκλιμένου επιπέδου από κάποια άλλη ως προς ένα φαινόμενο, και ταυτόχρονα σε χαμηλότερο σημείο του κεκλιμένου επιπέδου από την άλλη ισόλεκτο σε σχέση προς κάποιο άλλο φαινόμενο".

6.  Για να μιλήσουμε πάλι με παραβολές, κατά παρόμοιο τρόπο επιτυγχάνουμε την επιθυμητή ταχύτητα στο αυτοκίνητό μας, βάζοντας πρώτα την πρώτη ταχύτητα, κατόπιν τη δεύτερη, κ.ο.κ., και ουδέποτε το αντίθετο.  Το θέμα πάντως της χαρακτηριστικότητας είναι πολύ πιο περίπλοκο, και ο επιμελής αναγνώστης παραπέμπεται στις πηγές.

7.  Κατά τον Bailey (1982:53), ο δανεισμός είναι απαραίτητος για την επιβίωση μιας φυσικής γλώσσας, προκειμένου να αντιμετωπίσει αυτή επιτυχώς τις συνεχώς μεταβαλλόμενες επικοινωνιακές ανάγκες της κοινωνίας των ομιλητών της.  Υπάρχουν όμως (op.cit. ·  Muhlhausler 1990), σαφείς ενδείξεις από τον χώρο της μελέτης των γλωσσών εν επαφή ότι, πέρα από ένα σημείο, ο χαρακτήρας του δανεισμού μπορεί να μεταβληθεί από ποσοτικός σε ποιοτικό, δηλαδή να επιφέρει "καταστροφικά" ραγδαίες μεταβολές σε μία γλώσσα και να τη μεταβάλει σε άλλη γλώσσα.

8.  Για να είμαστε ακριβείς, ο Bailey θεωρεί τις γλώσσες ανοικτά συστήματα.  Παρ' όλα αυτά, στην πράξη τους αναγνωρίζει όρια, όπως προκύπτει από την πρότασή του ότι έξωθεν στοιχεία μπορούν να εισχωρήσουν, δηλαδή να περάσουν τα όριά τους, και να τις αναστατώσουν.

9.  Ο Pavone (1980) υποστηρίζει πειστικά ότι οι γλωσσολόγοι που εργάζονται με συνεπαγωγικές κλίμακες θα αποκόμιζαν μεγάλο κέρδος αν εξοικειώνονταν με τη χρήση εξελιγμένων στατιστικών εργαλείων.

 

 

 

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

 

 

BAILEY, C.-J.N. 1981. Theory, description and differences among linguists (or, what keeps linguistics from becoming a science). Language & Communication 1.

BAILEY, C.-J.N. 1982. The garden path that historical linguistics went astray on.  Language & Communication 2.2.

BAILEY, C.-J.N. 1985. Toward principles governing the progress and patterning of phonetological development. Στο C.-J.N. Bailey & R. Harris (eds.) 1985.

BAILEY, C.-J.N. 1987. Variation theory and so-called ΅sociolinguistic grammarsΆ. Language & Communication 7.4.

BAILEY, C.-J.N. & HARRIS, R. (eds.) 1985. Developmental Mechanisms of Language. Pergamon Press. Oxford.

DRESSLER, W.U. (ed.) 1987. Leitmotifs in natural morphology. Amsterdam: Benjamins.

FASOLD, R.W. 1990. The Sociolinguistics of Language. Blackwell. Oxford.

HUDSON, R.A. 1980.  Sociolinguistics. Cambridge University Press. Cambridge.

LEPAGE, R.B. & TABOURET-KELLER, A. 1985. Acts of Identity. Cambridge University Press. Cambridge.

MUHLHAUSLER, P. 1986. Pidgin and Creole Linguistics. Blackwell. Oxford.

DALTAS, P. 1979. The Inflectional Morphology of the Verb in Modern Greek Koine: A Variationist Approach. Ph.D. Thesis. The University of Leeds.

DALTAS, P. 1985. Some patterns of variability in the use of diminutive and augmentative suffixes in spoken Modern Greek Koine. Glossologia 4.

PARRET, H. 1985. Time, space and actors: the pragmatics of development. Στο C.-J.N. Bailey & R. Harris (eds.) 1985.

PAVONE, J. 1980. Implicational Scales and English Dialectology. Unpublished Ph.D. Dissertation. Indiana University.

POPPER, K.R. 1976. Unended Quest: An Intellectual Autobiography. Fontana/Collins. Glasgow.

STOLZ, T. 1990. Review of W.U. Dressler (ed.) 1987. Leitmotifs in Natural Morphology. Benjamins. Amsterdam. Linguistics 28.1.


Τὸ ἀνωτέρω ἄρθρο εἶναι ἐπίσης προσβάσιμο στὸν σύνδεσμο:

https://drive.google.com/file/d/1oNjhusDEJcfgOVJ36b7r8q1E81dv5bV8/view?usp=sharing